Η Συμφωνική Oρχήστρα της Βιέννης με τον Ζορζ Πρετρ στο πόντιουμ και τις αδελφές Λαμπέκ στο πιάνο

Ένα ιστορικό σύνολο της Ευρώπης, η Συμφωνική της Βιέννης, μια μεγάλη μουσική προσωπικότητα, ο Ζορζ Πρετρ και το πιο διάσημο πιανιστικό ντουέτο, οι αδελφές Λαμπέκ, ενώνουν τις δυνάμεις τους για δύο συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής στις 24 και 25 Νοεμβρίου.


Κάτια και Μαριέλ Λαμπέκ
Στο πρόγραμμα των συναυλιών, συνομιλούν δύο αιώνες και δύο εποχές της μουσικής: ο απόλυτος ρομαντισμός του Γιοχάνες Μπραμς με τη Δεύτερη Συμφωνία του και ο ιδιοσυγκρασιακός πρώιμος μοντερνισμός του Φρανσίς Πουλένκ, συνθέτη με τον οποίο έχει συνδέσει στενά την καριέρα του ο Ζορζ Πρετρ, με το συναρπαστικό κοντσέρτο του για δυο πιάνα και ορχήστρα και την ορχηστρική σουίτα, Les Animaux Modèles.

Το Κοντσέρτο για δύο πιάνα του Φρανσίς Πουλένκ (1899-1963) κατέκτησε το κοινό από την πρεμιέρα του, στη Βενετία το 1932, όταν ο ίδιος ο συνθέτης στο πιάνο μαζί με τον παιδικό του φίλο, Ζακ Φεβριέ, το παρουσίασαν στην Διεθνή Εταιρία Σύγχρονης Μουσικής. Λίγα χρόνια αργότερα, το έπαιξε για το κοινό του Λονδίνου με τον Μπέντζαμιν Μπρίτεν στο δεύτερο πιάνο. Ένα τεράστιο βήμα μπροστά για τη μουσική του διαδρομή, όπως είπε ο ίδιος, «το εισιτήριό μου για τις μεγάλες μου κατακτήσεις», το κοντσέρτο αυτό αναγνωρίστηκε από συνθέτες, μουσικούς και φιλόμουσους ως ένα από τα ωραιότερα κομμάτια για δυο πιάνα που γράφτηκαν ποτέ. Πρωτοτυπία, κομψότητα, βάθος συναισθήματος, μια γλυκόπικρη αίσθηση, εκλεκτικισμός, όλα τα γνωρίσματα της μουσικής του Πουλένκ είναι παρόντα, χωρίς να έχουν παλιώσει.
Μέλος Των Έξη, μιας χαλαρής ομάδας από νέους Γάλλους και Ελβετούς συνθέτες, με νονό τους τον Ερίκ Σατί και εκπρόσωπό τους τον Ζαν Κοκτό, ο Πουλένκ αντιπροσωπεύει μια νέα γενιά συνθετών του 20ου αιώνα, που διαμορφώθηκαν από τη δυναμική του νεαρού μοντερνισμού και μετά το τέλος του Α’ Πολέμου επέδραμαν στη σκηνή αλλάζοντας το τοπίο της μουσικής.

Ο Γιοχάνες Μπραμς (1833-1897) έγραψε τη 2η από τις τέσσερις συμφωνίες του το 1877 στις καλοκαιρινές του διακοπές στις αυστριακές Άλπεις. Το δύσκολο κοινό της Βιέννης, που την άκουσε λίγους μήνες αργότερα, την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό και από τότε παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του συνθέτη. Στις φλέβες αυτής της χαρωπής, γαλήνιας και φωτεινής μουσικής, που θυμίζει την ποιμενική ατμόσφαιρα της 6ης του Μπετόβεν, κυλάει μοτσαρτικό αίμα.

Ο Ζορζ Πρετρ επιλέγει για δεύτερη φορά εφέτος την Αθήνα και το Μέγαρο Μουσικής, μετά την εμφάνισή του τον περασμένο Μάιο με την περίφημη Στάατσκαπέλε της Δρέσδης. Η επιλογή του αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού πλέον ο φημισμένος μαέστρος έχει περιορίσει τις συναυλίες του σε δέκα μόνο το χρόνο, « για να αξιοποιήσω την ωριμότητά μου», όπως έχει δηλώσει, «να εμφανίζομαι λιγότερο, αλλά όλο και καλύτερος στα μάτια των συνθετών και του κοινού. Θέλω να κρατήσω το δικό μου ρυθμό όσο θα μου επιτρέπει ο Θεός να υπάρχω». Η φρεσκάδα και η διαύγεια στις ερμηνείες του, η αφοσίωσή του στην όπερα και τη γαλλική μουσική, η αινιγματική του προσωπικότητα και η φιλοσοφημένη σεμνότητά του έκαναν τον Πρετρ ένα σύμβολο για τους μουσικούς σε όλο τον κόσμο, που αναγνωρίζουν στη διαδρομή του και στη μουσική του ένα μάθημα ζωής και ανθρωπιάς.

Γεννήθηκε το 1924 στην πόλη Waziers της βόρειας Γαλλίας και πριν αρχίσει την μακρόχρονη καριέρα του στις μεγαλύτερες όπερες και ορχήστρες του κόσμου, αγάπησε τη τζαζ και την τρομπέτα, στην οποία απέκτησε και το πρώτο του δίπλωμα. Το ταξίδι του στην όπερα άρχισε το 1946: Από την Όπερα της Μασσαλίας, στην Όπερα της Λίλης και της Τουλούζης, από εκεί στην Οπερά Κομίκ στο Παρίσι, στην Λυρική Όπερα του Σικάγο, στην παρισινή Όπερα, Στο Κόβεντ Γκάρντεν , στην Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης, στη Σκάλα του Μιλάνου.

Δύο μεγάλοι σταθμοί της καριέρας του υπήρξαν οι συνεργασίες του με την Μαρία Κάλλας, την οποία θεωρεί την απόλυτη ιέρεια της μουσικής και της σκηνής όλων των εποχών και με τον Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, ο οποίος του άνοιξε το δρόμο για τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βιέννης. Με την Κάλλας ηχογράφησε δυο μυθικούς δίσκους, την Κάρμεν και την Τόσκα και με τη Συμφωνική της Βιέννης συνδέθηκε σταθερά στην περίοδο 1986-1991 ως αρχιμουσικός της και από τότε δεν διέκοψε ποτέ τους δεσμούς του μαζί της.

Αυτός ο κορυφαίος μαέστρος του 20ού αιώνα, είναι ο μοναδικός Γάλλος διευθυντής ορχήστρας που έχει διευθύνει δυο φορές την Φιλαρμονική της Βιέννης στην εμβληματική Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία -το 2008 και το 2010- και ένας από τους δεκατρείς διευθυντές ορχήστρας που κράτησε την μπαγκέτα σε αυτή την κλειστή λέσχη της Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας από τότε που ιδρύθηκε η ορχήστρα, το 1842.

Ο Πρετρ υποστήριξε με πάθος, σε όλη την καριέρα του, τη γαλλική μουσική και αφοσιώθηκε με ευλάβεια στον Φρανσίς Πουλένκ, με τον οποίο συνδέθηκε και προσωπικά. Ήταν ο μαέστρος στην πρεμιέρα της όπεράς του, «‘Η Ανθρώπινη Φωνή», το 1959 στην Οπερά Κομίκ, στο Παρίσι και από τότε, η μουσική του έχει σταθερή θέση στα προγράμματα των συναυλιών του. «Η τέχνη του μαέστρου δεν μαθαίνεται, δεν υπάρχουν σχολεία γι αυτήν. Είναι μια προίκα, που αξιοποιείται και αποκτάει βάθος μόνο με την επανάληψη», δηλώνει ο μαέστρος που δεν εγκατέλειψε ποτέ το πόντιουμ αν και ποτέ δεν θέλησε να αναλάβει μια ορχήστρα για να μην περισπάται από τις διοικητικές ευθύνες του μόνιμου μαέστρου.

Η Κάτια Λαμπέκ γεννήθηκε το 1950 και η Μαριέλ, το 1952, στη νοτιοδυτική Γαλλία, συνδέθηκαν με το πιάνο από τη νηπιακή τους ηλικία, χάρις στην πιανίστρια μητέρα τους και εξελίχθηκαν στο πιο αναγνωρίσιμο πιανιστικό ντουέτο των τελευταίων δεκαετιών. Το 1980 εκτοξεύτηκαν στον ίλιγγο των ποπ σταρ, όταν ηχογράφησαν την Rhapsody in Blue, του Γκέρσουιν, δίσκος που έγινε χρυσός μια εβδομάδα μετά την κυκλοφορία του και πούλησε μισό εκατομμύριο αντίτυπα σε ελάχιστο διάστημα.
Αντισυμβατικές, οι δύο αδελφές, έχουν ηχογραφήσει όλο σχεδόν το ρεπερτόριο για δύο πιάνα, χωρίς να έχουν αποκλείσει καμιά εποχή και κανένα είδος μουσικής: από την μπαρόκ και την κλασική στην μοντέρνα και από εκεί στη σύγχρονη και την πειραματική, χτίζοντας μια καταπληκτική καριέρα με διαρκείς αιφνιδιασμούς.

Οι αδελφές Λαμπέκ έχουν συμπράξει με τις πιο φημισμένες ορχήστρες του κόσμου: Φιλαρμονική της Βιέννης, Συμφωνική της Βοστώνης, Συμφωνική του Σικάγο, Γκεβάντχάους της Λειψίας, Συμφωνική του Λονδίνου, Φιλαρμονική της Σκάλα του Μιλάνου κα. Με τους πιο διάσημους μαέστρους: σερ Κόλιν Ντέιβις, σερ Τζον Έλιοτ Γκάρντινερ, Ζούμπιν Μέτα, Σέιζι Οζάουα, Αντόνιο Παπάνο, σερ Σάιμον Ράτλ, Έζα-Πέκα Σάλονεν, Λέονανρντ Σλάτκιν, Μάικλ Τίλσον-Τόμας. Έχουν συνεργαστεί με μπαρόκ σύνολα: English Baroque Soloist, Il Giardino Armonico. Musica Antiqua Koln, Venice Baroque Orchestra, Gabrieli Players και έχουν ηχογραφήσει με τις εγκυρότερες εταιρίες: Philips, Sony, EMI.

Πριν από μερικά χρόνια έφτιαξαν τη δική τους δισκογραφική εταιρία, την KLM, με την οποία υποστηρίζουν τη δουλειά σημερινών συνθετών και συνεργάζονται με video artists σε παραγωγές εναλλακτικών συναντήσεων ήχου και εικόνας. Το 2005 δημιούργησαν το KLM Foundation, Ίδρυμα για την έρευνα στο ρεπερτόριο της μουσικής για δυο πιάνα και για διαδραστικές συναντήσεις καλλιτεχνών από τις περιοχές της μουσικής, του κινηματογράφου, των εικαστικών και της λογοτεχνίας. Καρποί των δραστηριοτήτων του Ιδρύματος: ένα πρόγραμμα για παιδιά σε συνεργασία με το Ίδρυμα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου και τον σερ Σάιμον Ρατλ και μια παραγωγή για τους Μπητλς, «Across the Universe”, με τη συμμετοχή μιας μεγάλης ομάδας διάσημων μουσικών και εικαστικών από όλο τον κόσμο.

Η Συμφωνική της Βιέννης δημιουργήθηκε το 1900 και μαζί με την αρχαιότερη Φιλαρμονική συνθέτουν την εμβληματική μουσική ταυτότητα της πόλης – κέντρου της παγκόσμιας μουσικής σκηνής. Στο πόντιουμ της Συμφωνικής ανέβηκαν οι σημαντικότεροι αρχιμουσικοί του περασμένου αιώνα: Βίλεμ Φούρτβέγκλερ, Χανς Σβαρόβσκι, Κάρλο Μαρία Τζουλίνι, Ράφαελ Φρύμπεκ ντε Μπούργκος, Βλάντιμιρ Φεντοσέγιεφ. Το 1946 την ανέλαβε ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν και με τις «Σειρές Κάραγιαν» που δημιούργησε, την έκανε διάσημη σε όλο τον κόσμο με διαρκείς περιοδείες στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Από το 2005 μόνιμος μαέστρος της είναι ο Φάμπιο Λουίζι.

Οι συναυλίες ανήκουν στον Κύκλο Μεγάλες Ορχήστρες-Μεγάλοι Μαέστροι που υποστηρίζει με την αποκλειστική χορηγία της η Εθνική Τράπεζα.

 In.gr

Σχόλια