Σαίρεν Κίρκεγκωρ - Søren Aabye Kierkegaard

Ο Κίρκεγκωρ φοίτησε στο Σχολείο της Πολιτικής Αρετής (Østre Borgerdyd Gymnasium), αριστεύοντας στα Λατινικά και την Ιστορία. Το 1830, σε ηλικία 17 ετών, προχώρησε στις σπουδές θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης αλλά, ενώ βρισκόταν εκεί, στράφηκε περισσότερο προς τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Στο πανεπιστήμιο ο Κίρκεγκωρ έκανε τη διατριβή του με θέμα «Η ιδέα της ειρωνείας με συνεχείς αναφορές στον Σωκράτη»[9]. Αποφοίτησε στις 20 Οκτωβρίου 1841 με τον τίτλο του Magister Artium, που αντιστοιχεί στο σημερινό Διδακτορικό. Με την οικογενειακή κληρονομιά του, ο Κίρκεγκωρ είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την εκπαίδευσή του, τη διαβίωσή του και διάφορες εκδόσεις των πρώτων έργων του.


Ο Κίρκεγκωρ τόνισε   τη σημασία της προσωπικότητας του ατόμου και τη σχέση που έχει η προσωπικότητα του ατόμου με τον κόσμο καθώς στηρίζεται στην αντανάκλαση του ίδιου του εαυτού της και στην ενδοσκόπηση. Στο έργο του Ολοκλήρωση ενός Μη Επιστημονικού Υστερογράφου στα Φιλοσοφικά Ψιχία υποστηρίζει ότι «η υποκειμενικότητα είναι μια αλήθεια» και ότι «η αλήθεια είναι υποκειμενική». Αυτή η άποψη αφορά τη διάκριση μεταξύ τού τι είναι αντικειμενικά αληθές—για παράδειγμα, το ότι ένα άντρας ονόματι Ιησούς από την Ναζαρέτ έζησε και πέθανε στον σταυρό—και της υποκειμενικής σχέσης του ατόμου (όπως, για παράδειγμα, αδιαφορία ή αφοσίωση) με αυτή την αλήθεια. Άτομα που με οποιοδήποτε τρόπο πιστεύουν τα ίδια πράγματα μπορεί να σχετίζονται με αυτά τα πιστεύω με αρκετά διαφορετικό τρόπο. Δύο άτομα μπορεί να πιστεύουν αμφότερα ότι πολλοί γύρω τους είναι φτωχοί και χρειάζονται βοήθεια αλλά η επίγνωση αυτού του γεγονότος μπορεί να οδηγήσει μόνο τον ένα να πάρει την απόφαση να βοηθήσει ενεργά τους φτωχούς.

Εντούτοις, ο Κίρκεγκωρ κατά κύριο λόγο εξετάζει την υποκειμενικότητα σε σχέση με τα θρησκευτικά ζητήματα. Όπως ήδη σημειώθηκε, υποστηρίζει ότι η αμφιβολία αποτελεί στοιχείο της πίστης και ότι είναι αδύνατο να αποκτηθεί οποιαδήποτε αντικειμενική βεβαιότητα σχετικά με τις θρησκευτικές διδασκαλίες, όπως είναι η ύπαρξη του Θεού και η ζωή του Ιησού Χριστού. Το μέγιστο στο οποίο θα μπορούσε κανείς να αποβλέπει θα ήταν το συμπέρασμα ότι είναι πιθανό οι χριστιανικές διδασκαλίες να είναι αληθείς, αλλά αν ένα άτομο θα πίστευε αυτές τις διδασκαλίες μέχρι του σημείου που φαίνεται πιθανό ότι είναι αληθείς τότε αυτό το άτομο δεν θα ήταν καθόλου γνήσια θρησκευόμενο. Η πίστη συνίσταται στην υποκειμενική σχέση της απόλυτης αφοσίωσης με αυτές τις διδασκαλίες.

Σχόλια