Βαγγέλης Ψαραδάκης, μνήμη Λιλής Ζωγράφου (1917-2/10/1998)

Με τη Λιλή γνωριστήκαμε την επομένη των Φώτων του 1995, αν και ήμασταν γείτονες από το φθινόπωρο του 1989, όταν είχα μετακομίσει στο κέντρο της Αθήνας, σε μια μονοκατοικία της οδού Βουλγαροκτόνου. Στην πίσω της μεριά είχε κήπο κι άλλο ένα σπίτι, όπου ακόμα και σήμερα κάθεται μια γνωστή δικηγόρος και φίλη καλή. Η Λιλή έμενε στη Ζωοδόχου Πηγής 121, ψηλά, προς την Αλεξάνδρας, στον πάνω όροφο μιας παλιάς διπλοκατοικίας με θέρμανση. Η πλαϊνή της πλευρά αντίκριζε τον μικρό μας κήπο. Το βράδυ αργούσε να σβήσει το φως στο γραφείο της. Την ημέρα, συνήθως αργά τα απογεύματα μα και κάμποσες νύχτες, ακουγόταν συχνά δυνατή κλασική μουσική και άριες από μελοδράματα.
Το φθινόπωρο του 1991, την είχαμε επισκεφθεί με μια φίλη καλή, προκειμένου να της ζητήσουμε μια συνέντευξη για ένα περιοδικό. Γνωρίζαμε ότι, εδώ και κάμποσα χρόνια, έγραφε μια μελέτη που αφορούσε τη σχέση ανδρών-γυναικών, ένα από τα πιο αγαπημένα της θέματα. Ήταν λιγάκι διστακτική, πρώτη φορά μας έβλεπε. Μας κράτησε στην είσοδο και, χωρίς να το αποκλείσει, μας άφησε να καταλάβουμε ότι δεν ήταν ζήτημα τού παρόντος. Τη βασάνιζε, προφανώς, ο όγκος του υλικού που είχε συγκεντρώσει για το τελευταίο της βιβλίο, Από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα: Η ιστορία του φαλλού (εκδ. Αλεξάνδρεια1998).
Κάμποσες φορές, την είχα τσακώσει να πετά πακέτα με φαγώσιμα στα γατιά που ευδοκιμούσαν στον κήπο μας. Σκάλωναν συχνά στα κλαδιά των οπωροφόρων δέντρων, ατηγάνηστα νοστιμότατα ψάρια, δεν μπορούσες όμως να σταθείς από τη βρώμα, αν έμεναν μπλεγμένα στα κλαδιά και στα φυλλώματα. Όταν της έγινε η παρατήρηση, ερχόταν και τάιζε τις γάτες στον κήπο μας, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να κατέβει δυο μεγάλες σκάλες -η μία ήταν ξύλινη, έτριζε- και να τις ανέβει μετά, παρά τα χρόνια που βάραιναν στην πλάτη της. Αν θυμάμαι καλά, ήταν αρχή καλοκαιριού του 1993.


Μιαν άλλη φορά, καθώς με τη δικηγόρο προσπαθούσαμε να αποσπάσουμε ένα εξαιρετικό πρόσθετο ξύλινο σκάλισμα από ένα έπιπλο παλιό, ένα παντζούρι άνοιξε με πάταγο και ακούστηκε μια βαθιά, γεμάτη βραχνάδα, οργισμένη φωνή, καταιγισμός ραγδαίος στην αιθρία! Δεν θυμάμαι τι έλεγε, στο τέλος πάντως μας περιέλουσε και μ’ ένα ξεγυρισμένο άει σιχτίρ! Την είχαμε ξυπνήσει από τον πολύτιμο μεσημεριανό ύπνο της. Ήταν άνθρωπος αψύς, καθώς είχα ακούσει, δεν χαριζόταν σε κανέναν όταν την ενοχλούσε κάτι. Επικρατούσε ήδη στη γειτονιά, από την καλή αλλά και από την ανάποδη όψη του, ο μύθος της Λιλής Ζωγράφου.
Η ημέρα του Άη Γιάννη έπεφτε Κυριακή, κοιμόμουν όταν χτύπησε το κουδούνι. Μέσα στην παραζάλη, άκουσα τη φωνή της Λιλής να καλημερίζει την αδελφή μου. Δεν ήταν μόνη, συνοδευόταν από μια νεότερη φίλη της, γειτόνισσα κι αυτή. Τις είχα δει μαζί με άλλους στο ψιλικατζίδικο τής γωνίας, όπου μαζευόντουσαν μερικά βραδάκια. Η Λιλή ήταν άνθρωπος ανοιχτόκαρδος, προσιτός, της άρεσε να γνωρίζει τους νέους και να συζητά μαζί τους. Ήθελε να νιώθει τον παλμό της εποχής που ζούσε. Είχα ξαφνιαστεί από την απρόσμενη επίσκεψη. Όμως, εκείνο που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν κάτι άλλο. Εκείνες τις μέρες έψαχνα ένα βιβλίο, τα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, έκδοση παλιά, 1964, με την επιμέλεια του Άρη Δικταίου. Κρητικός ήταν κι αυτός, λίγο μεγαλύτερός της κατά τα φαινόμενα. Αμέσως σκέφτηκα να ρωτήσω τη Λιλή, ίσως αυτή να το είχε.
Μαζί τους ήταν και ο Πον-Πον, ένα κοντοπίθαρο σκυλάκι ανοιχτού χρώματος, με μακρύ τρίχωμα και μάτια γουρλωτά, ράτσα Πομερανίας. Τη ρώτησα πρώτα για την επίσκεψή της. Είχε μάθει ότι πουλιόταν το σπίτι, ενδιαφερόταν. Το ακίνητο όπου νοίκιαζε το δικό της, θα έβγαινε το φθινόπωρο στο σφυρί. Έκανε μιαν κίνηση απελπισίας με το χέρι, όταν τη ρώτησα για τη μελέτη της, θα καθυστερούσε πολύ να φτάσει στο τυπογραφείο. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι άλλο είπαμε, πάντως χάρηκε πολύ όταν έμαθε ότι κρατώ κι εγώ από την Κρήτη. Η αγάπη της Λιλής για τον γενέθλιο τόπο είναι ολοφάνερη. Το διαλαλούν περίτρανα οι εισαγωγικές της σελίδες στη μελέτη της για τον Καζαντζάκη, αλλά και οι πράξεις της. Στην Κρήτη ερχόταν για διακοπές και τη βιβλιοθήκη της, 2000 περίπου τόμους, τη δώρισε στον Δήμο Νεαπόλεως, τόπος όπου γεννήθηκε ο πατέρας της, του οποίου -άλλωστε- φέρει και το όνομα.
Στο τέλος, της έκανα και την ερώτηση που μ’ έκαιγε για το βιβλίο που έψαχνα απεγνωσμένα. «Πρέπει να το έχω, νομίζω ότι ο Δικταίος μου είχε χαρίσει ένα αντίτυπο, θα κοιτάξω.» Άρπαξα την ευκαιρία και της είπα: « Ένα δυο χρόνια πριν πεθάνει, τον είχαν τιμήσει μ’ ένα κρατικό βραβείο, ποίησης, αν δεν κάνω λάθος.» Το γέλιο της ήταν τρανταχτό, γέμισε το δωμάτιο. Αν και διαισθανόμουν την απάντηση, τόλμησα να τη ρωτήσω: « Εσάς, γιατί δεν σας έχουν βραβεύσει;» Ειρωνικό μειδίαμα εκ μέρους της, έκφραση που έδειχνε σιγουριά, όχι παράπονο. « Εμένα, παιδί μου, δεν θα με βραβεύσουν ποτέ. Τους ενοχλώ… Το αληθινό βραβείο μου το δίνει ο κόσμος που αγοράζει τα βιβλία μου.» Είχε απόλυτο δίκιο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η Λιλή δεν ήταν η ευνοούμενη της κριτικής, κάθε άλλο. Δεν της άρεσε να κολακεύει αλλά ούτε και να σιωπά. Δεν ανήκει στους συγγραφείς μας που επιβλήθηκαν εκ των άνω στο αναγνωστικό κοινό. Το τελευταίο, αντίθετα, την ανακάλυψε από μόνο του -από στόμα σε στόμα, ό,τι καλύτερο δηλαδή- με αποτέλεσμα τα βιβλία της να γνωρίζουν απανωτές εκδόσεις από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μετά.
Δυο μέρες μετά την πρώτη συνάντησή μας, έστειλε ένα φίλο της αρχιτέκτονα να ελέγξει το σπίτι. Ήταν πολύ παλιό, του 1905, δεν τη συνέφερε να το αγοράσει και να το φτιάξει σύμφωνα με το γούστο της το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ήταν απλώς καλό αλλά πολύ υψηλό. Αυτός μου έδωσε και το ακριβοθώρητο βιβλίο. Της τηλεφώνησα για να την ευχαριστήσω. Θα το φωτοτυπούσα και θα της το επέστρεφα. «Χάρισμα σου, παιδί μου, τι να το κάνω εγώ; Εσύ το χρειάζεσαι.» Συναντηθήκαμε κι άλλες φορές κείνη τη χρονιά. Συναπαντήματα μικρής διάρκειας στο ψιλικατζίδικο τής γωνίας. Συζητήσεις για πολλά θέματα, από απλά καθημερινά πράγματα μέχρι και σχόλια της πολιτικής επικαιρότητας. Παρά το γεγονός ότι δεν της άρεσε να την αποκαλούν διανοούμενη, είτε το ήθελε είτε όχι, η Λιλή ήταν μια μάχιμη και ασυμβίβαστη διανοούμενη σε μιαν εποχή που το είδος είχε αρχίσει να εκλείπει.
Κάποιες βραδιές τη συναντούσα καθώς πήγαινε, καλεσμένη, σ’ ένα τραπέζι σε φιλικό σπίτι ή σε κάποιο εστιατόριο. Ένα από τα αγαπημένα της μαγαζιά ήταν η Στροφιλιά, ένα wine bar στην πλατεία Καρύτση. Στη Λιλή άρεσε το ποτό και ο χορός. Ήταν πάντοτε καλοντυμένη, φινετσάτα ρούχα και κοσμήματα, διακριτικό μακιγιάζ, χτένισμα προσεγμένο. Δεν θυμάμαι να την είδα πότέ ατημέλητη. Πολύ κοκέτα γυναίκα. Άλλες φορές, πήγαινε στο Μέγαρο Μουσικής όπου είχε γραφτεί μέλος. Η ευρωπαϊκή μουσική της παιδεία κρατά από τα πρώτα εφηβικά της χρόνια, όταν οι γονείς της την έστειλαν έγκλειστη, επειδή ήταν πολύ ζωηρό παιδί, στο μοναστήρι των καθολικών καλογραιών της Νάξου. Εκεί, αν και ορθόδοξη χριστιανή, συμμετείχε στη χορωδία μετά από αίτημά της, μιας και υπήρχε ο κίνδυνος του θρησκευτικού προσηλυτισμού. Η Λιλή, ωστόσο, δεν άκουγε μόνο κλασική μουσική. Ήταν από τις πρώτες θαρραλέες γυναίκες που, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα, τόλμησε να χορέψει ζεϊμπέκικο, στη δεκαετία του 1950, σ’ έναν κόσμο αυστηρά ανδροκρατούμενο. Μη φανταστεί όμως κανείς ότι επρόκειτο για μια περίπτωση ακραιφνούς φεμινίστριας. Απεχθανόταν μετά βδελυγμίας τόσο τη λέξη όσο και το σχετικό κίνημα. Ένα από τα πιο αγαπημένα της λαϊκά κομμάτια ήταν: Τα δυο σου χέρια πήρανε βεργούλες και με δείρανε… Στα τελευταία της χρόνια, ο Γιώργος Χρονάς την είχε δει στον Λυκαβηττό, σε μια συναυλία της Diamanta Galas× τον ίδιο είχε ρωτήσει, σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη, για τον Nick Cave και τους δίσκους του.
Το Πάσχα του 1995 ήρθε στην Κρήτη, πάλι, για διακοπές. Από πολύ παλιά, 25 και βάλε χρόνια πριν, είχε αγοράσει ένα χάλασμα στη Μίλατο. Το είχε φτιάξει και στολίσει με παραδοσιακά έπιπλα και αντικείμενα, με κεντήματα που είχε μαζέψει από την Κρήτη. Είχε σκοπό να το δωρίσει στον Δήμο, αλλά κάτι άσχημο συνέβη τελικά, δεν περπάτησε το θέμα. Τελικά το πούλησε σ’ ένα ζευγάρι Άγγλων, βάφτισε και το κοριτσάκι τους. Ήταν πολύ χαρούμενη όταν γύρισε, ανανεωμένη. Συναντηθήκαμε στο γωνιακό ψιλικατζίδικο. Άνοιξε το μενταγιόν που φορούσε στον λαιμό της και μου έδειξε τη φωτογραφία της πιτσιρίκας. «Δεν είναι γλύκα; Τώρα, στα γεράματα, αρχίζω να μαθαίνω και Αγγλικά.» Τη ρώτησα αν είχε βρει το κατάλληλο σπίτι. Είχε δει μερικά αλλά δεν της άρεσαν, δεν βόλευαν τις ανάγκες της. Εξάλλου, είχε αλλάξει πια γνώμη. «Γιατί ν’ αγοράσω, τώρα, σπίτι; Θα νοικιάσω ξανά.» Πλησίαζε έντεκα το βράδυ. Με ακούμπησε απαλά στο γόνατο και είπε: «Τι λες, πάμε στο σπίτι μου για μια ρακή:»
Μια άνετη αστική κατοικία του παλιού καιρού, πολύ καλά διατηρημένη. Όσην ώρα βρισκόταν στην κουζίνα ετοιμάζοντας το κέρασμα, παρατηρούσα τη διακόσμηση, λιτή και καλόγουστη. Έπιπλα παλιά, δουλεμένα στο χέρι, λιγοστά κάδρα, ωραία αντικείμενα. Με εντυπωσίασαν τρία γυάλινα σκαλιστά ποτήρια, διαφορετικού χρώματος, ενετικά όπως έμαθα, κειμήλια τής οικογένειας. Καθίσαμε στις δυο άκρες του καναπέ. Απέναντί μου ένα παμπάλαιο σκαλιστό ανάκλιντρο. Ανάμεσά μας ένας δίσκος μ’ ένα μπουκάλι βότκα, παγάκια, ξηροί καρποί και αλμυρά μπισκοτάκια. Στο πικάπ ακουγόταν μια από τις συμφωνίες του Μάλερ.
Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς άρχισε η κουβέντα, πιθανόν με τις συμπληρωματικές εντυπώσεις της από το πρόσφατο ταξίδι της στην Κρήτη. Τη ρώτησα αν έγραφε κάτι καινούργιο. «Έχω μια ιδέα για μυθιστόρημα. Ο κεντρικός ήρωας, αυτήν τη φορά, θα είναι άντρας.» Επικρότησα την ιδέα της, επισημαίνοντας ότι οι πιο ολοκληρωμένοι χαρακτήρες στα βιβλία της είναι γυναίκες. «Ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης», συμπλήρωσε με θερμή φωνή, «που γνωρίζεται με δυο παστρικές.» Ο Πον-Πον ήταν ξαπλωμένος χάμω, μπροστά στα πόδια της. Μια περσική γάτα εμφανίστηκε, στάθηκε σε απόσταση και με παρατηρούσε διερευνητικά. «Έχω άλλη μια, έναν ασπροκκόκινος κεραμιδόγατο. Τούτος εδώ», είπε σκουντώντας τρυφερά το σκυλί με το πόδι της, «κι ο άλλος είναι Αρνάκια. Αυτή εδώ είναι κακίστρω, τους χυμά πότε πότε.»
Δεν είχε αρχίσει ακόμα το νέο της βιβλίο. «Μετά την Άνοιξη έχει πολύ φως, δυσκολεύομαι να γράψω.» Όταν με ρώτησε ποια βιβλία της είχα διαβάσει, δεν της έκρυψα την προτίμησή μου για το τελευταίο της μυθιστόρημα, Η αγάπη άργησε μια μέρα, καθώς και για μια παλιότερη νουβέλα της, Και το χρυσάφι των κορμιών τους, με θέμα προκλητικό για την εποχή της πρώτης δημοσίευσής του, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Από το δοκιμιακό της έργο, της ανέφερα τη μελέτη για τον Καζαντζάκη, στην οποία απομυθοποιούσε εντελώς τον μεγάλο Κρητικό συγγραφέα, δυο μόλις χρόνια μετά τον θάνατό του× επίσης, το βιβλίο της για τον Καρυωτάκη και την Πολυδούρη, καθώς και την περίφημη Αντιγνώση την οποία, όπως της ομολόγησα, δεν κατόρθωσα να διαβάσω ολόκληρη αλλά μόνο αποσπασματικά. «Έχεις διαβάσει τη Συβαρίτισσα;» Της έγνεψα αρνητικά. Στο μεταξύ, η περσική γάτα είχε πλησιάσει και με ανίχνευε μυρίζοντας. Εξοικειωμένος από μικρό παιδί με τις γάτες, δεν έκανα καμιά κίνηση για να μην την τρομάξω.Σε μια στιγμή, ανέβηκε στον καναπέ και κάθισε για λίγο στα πόδια μου. Όπως είπε η Λιλή, έκρινε συχνά τους επισκέπτες της από τη συμπεριφορά που κρατούσαν τα ζώα της απέναντί τους. Είναι κι αυτός ένας δόκιμος τρόπος, σκέφτηκα.
Μίλησε για τα δύσκολα παιδικά και εφηβικά της χρόνια× για την καταπίεση που ασκούσε στην οικογένεια ο αυταρχικός της πατέρας, για το σχολείο των γαλλίδων καλογραιών όπου φοίτησε, στη Νάξο, εκεί όπου είχε σταλεί και ο Καζαντζάκης να μαθητεύσει. Για τη δικτατορία του Μεταξά, τον πόλεμο, τη σύλληψη και φυλάκισή της από τους Γερμανούς. Τη γέννηση της κόρης της στο κελί. Για την απελευθέρωση και την προσωπική της επανάσταση. Για την παλιά Αθήνα και τον κύκλο των αριστερών διανοούμενων. «Ο Καζαντζάκης ήταν αυτό που γράφω στο βιβλίο μου, ένας άνθρωπος τραγικός!» Θαύμαζε πολύ την Πολυδούρη, φύση ρομαντική, προπορευόταν κατά πολύ της εποχής της, μια μποέμ τύπισσα τού Μεσοπολέμου. Μίλησε ακόμη για τη φτώχεια αλλά και την περηφάνια της, στα μεταπολεμικά χρόνια, για τις δουλειές που άλλαζε – «το τίμημα τής ελευθερίας μου» όπως έλεγε. Αναφέρθηκε στη δημοσιογραφική της δραστηριότητα και στα ταξίδια της στο εξωτερικό. Μίλησε για τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση, για την περίφημη εποχή της Αλλαγής…
Λίγες λέξεις της, ένα νεύμα, μια ανάλαφρη κίνησή της, ένας μορφασμός ή ένα μειδίαμα, αρκούσαν για ν’ αρχίσει να ξεδιπλώνεται η ατμόσφαιρα τής κάθε εποχής. Μέσα σε λίγη ώρα πέρασε μπροστά στα μάτια μου η Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1930 και μετά, με τα πάθη και τα δεινά της. Πόσο εκφραστική γινόταν όταν μιλούσε για τα νιάτα της! Όχι μόνο στο πρόσωπο, κυρίως στα μάτια της που έλαμπαν, αλλά και στις κινήσεις των χεριών της που απλώνονταν ή μαζεύονταν όλο χάρη. Μια απήχησις των ημερών της ηδονής, μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε, όπως γράφει ο Καβάφης ο οποίος υπήρξε μεγάλο σχολείο για τη Λιλή, σύμφωνα με τα λεγόμενά της. Εδώ που τα λέμε, η Λιλή ήταν μια θηλυκή εκδοχή του Δον Ζουάν. Εκτός από εραστές, έκανε τρεις γάμους (και τρία διαζύγια) και θα προχωρούσε και σ’ άλλους, αν επιτρεπόταν. Τολμούσε να δηλώνει ότι αυτή επέλεγε πάντα τους άντρες που της άρεσαν.
Είχαμε τελειώσει πια τη βότκα και συνέχιζα με ρακή× η Λιλή δεν ήθελε να μπερδέψει τα δυο ποτά, είχε σταματήσει από ώρα. Γύρω στη μία σηκώθηκα να φύγω, είχε κουραστεί. «Στάσου», μου λέει στο χολ, «να σου δώσω τη Συβαρίτισσα.» Έφερε το βιβλίο, δεν είχε άλλο αντίτυπο, μου το δάνειζε από το αρχείο της. «Θα σου πω κάτι, αλλά μην το πεις πουθενά. Είναι αυτοβιογραφικό.» Όπως έμαθα αργότερα, δεν ήμουν ο μόνος που το γνώριζε.
Τις επόμενες μέρες, σε μιαν άλλη συνάντησή μας στο σπίτι της, διάβαζε το μυθιστόρημα ενός νέου συγγραφέα, από εκείνα που της έστελναν οι εκδότες και οι πρωτοεμφανιζόμενοι. Δεν το είχε τελειώσει ακόμα, ωστόσο δυσανασχετούσε ακόμη και με τον τίτλο του. Έγραφε κι ένα άρθρο που θα δημοσίευε στην «Ελευθεροτυπία». Αξίζει, πιστεύω, να συγκεντρωθούν τα κείμενά της που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά κι εφημερίδες, κατά το μακρύ διάστημα μιας 50νταετίας, από τον πόλεμο και μετά, μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα. Ανεξάρτητα από το καθαρά λογοτεχνικό έργο της και τον ισχυρό δοκιμιακό της λόγο, τα κείμενα αυτά, άρθρα δημοσιευμένα εδώ κι εκεί, υπερβαίνουν το τυχαίο, εφήμερο γεγονός που τα δημιούργησε και μας δείχνουν, πέρα από το ιδεολογικό κλίμα της εποχής, ανάγλυφο τον άνθρωπο και τις ιδέες του πάνω σε κρίσιμα ζητήματα× προπάντων, μας αποκαλύπτουν τη Λιλή Ζωγράφου αυθεντικά, χωρίς παραμορφωτικές διαστρεβλώσεις.
Μου ανέφερε ότι ήταν καλεσμένη στην Καστοριά, από ένα σύλλογο, για μια διάλεξη, ελεύθερο θέμα. Σκεφτόταν να διαβάσει μερικά αποσπάσματα από τη μελέτη που έγραφε χρόνια× βασανιζόταν, ακόμα δεν την είχε τελειώσει. Όταν συναντηθήκαμε ξανά, είχε αλλάξει γνώμη. Θα διάβαζε μια παλιότερη διάλεξή της, Κάφκα – ο σύγχρονός μας. Της επεσήμανα ότι είχε ήδη εκδοθεί σε βιβλίο, πιθανόν κάποιοι από τους ακροατές της στην Καστοριά να το είχαν διαβάσει. Το παραδέχτηκε, αλλά είπε ότι δεν είχε αρκετό χρόνο μπροστά της να ετοιμάσει κάτι καινούργιο. Αυτό από τη μια× από την άλλη, έκρινε ότι το θέμα της μελέτης ήταν, μάλλον, τολμηρό για μια μικρή επαρχιακή πόλη. Της υπενθύμισα ότι, στο παρελθόν, δεν είχε διστάσει μπροστά σε δεινότερες καταστάσεις πραγμάτων. Εκτός από αυθόρμητη, η παρατήρησή της ήταν καίρια: «Ναι, μόνο που τότε ήξερες με ποιους έχεις να κάνεις!» Γύρισε από την Καστοριά κι ήταν ενθουσιασμένη. Είχε ακολουθήσει τελικά το ένστικτό της, την αρχική της σκέψη. Το κοινό έμεινε κατάπληκτο και την αποθέωσε με το χειροκρότημά του. Το γεγονός αυτό στάθηκε μεγάλο κίνητρο για να δει τη μελέτη της από άλλη σκοπιά και ν’ αποφασίσει, επιτέλους, να την τελειώσει.
Ήταν πια καλοκαίρι, σε λίγες μέρες θα έφευγε για τις διακοπές της στην Κρήτη, απαράβατη συνήθειά της εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Συναντηθήκαμε πριν φύγει× εξάλλου μου είχε ζητήσει να τη συνοδεύσω στον κτηνίατρό της, έπρεπε να κάνει ένα εμβόλιο στο σκυλί της. Το άλλο πρωί, όταν χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε η αλλοδαπή που είχε για τα ψώνια, τις δουλειές του σπιτιού αλλά και για συντροφιά. Δεν θυμάμαι το όνομά της, ολοφάνερη όμως ήταν η καταγωγή της από μια χώρα του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Καθίσαμε με τη Λιλή για καφέ στο γραφείο της, πρώτη αλλά και τελευταία φορά στο σπίτι αυτό. Ο ένας τοίχος ήταν καλυμμένος με μια βιβλιοθήκη από άκρη σε άκρη. Άλλες δυο μεγάλες, η μια απέναντι στην άλλη, δέσποζαν στον χώρο με τον όγκο τους Ανάμεσά τους το έπιπλο του γραφείου. Μπροστά εγώ, πίσω καθισμένη εκείνη, με φόντο το παράθυρο που έβλεπε στον κήπο μας. Της επέστρεψα τη Συβαρίτισσα και με ρώτησε πώς μου φάνηκε. Η γνώμη μου ήταν εντελώς επιγραμματική. «Μια ακροβασία ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό.» Από ένα χαμόγελό της κατάλαβα ότι της άρεσε ο λακωνικός χαρακτηρισμός. Τη συνόδευσα στον κτηνίατρο, κοντά ήταν, μικρή η πεζοπορία, θα την άντεχε και θα την ευχαριστιόταν πολύ. Επειδή όλο το προηγούμενο διάστημα είχα παρατηρήσει ότι το φως στο γραφείο της έμενε ανοιχτό μέχρι αργά, τη ρώτησα. Είχε αρχίσει το νέο της βιβλίο, το μυθιστόρημα που μου είχε πει πριν από λίγο καιρό.
Έπειτα χαθήκαμε για ένα χρόνο και κάτι, από τα μέσα Ιουλίου 1995 μέχρι το φθινόπωρο του 1996. Το σπίτι όπου έμενα είχε πουληθεί, επέστρεψα στην Κρήτη όπου έμεινα μακρύ διάστημα. Σ’ ένα σύντομο ταξίδι μου στην Αθήνα, διαπίστωσα ότι η Λιλή είχε μετακομίσει σε άλλη γειτονιά, δεν ήξεραν πού. Το γωνιακό ψιλικατζίδικο τής Ευδοκίας είχε κλείσει, δυστυχώς× κανείς στην παλιά μας γειτονιά δεν μπορούσε να μου δώσει ακριβείς πληροφορίες. Μεσημέρι, αρχές Σεπτεμβρίου του 1996, συναντηθήκαμε στη διασταύρωση των οδών Μαυρομιχάλη και Διδότου. Η Λιλή μόλις είχε βγάλει βόλτα το σκυλάκι της, ο Πον-Πον κατά τι γερασμένος κι αυτός. Ήταν μεγάλη η έκπληξη και η χαρά μας. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε. Με πήρε αγκαζέ και προχωρήσαμε, ήθελε να μου δείξει το νέο της σπίτι. Κάναμε το τετράγωνο κι επιστρέψαμε στη Διδότου. Εκεί βρισκόταν, ένα μεγάλο διαμέρισμα, στον τέταρτο όροφο τής γωνιακής πολυκατοικίας. Πάτησε το κουμπί του ασανσέρ με ανακούφιση. Είχε λαχανιάσει λίγο από το περπάτημα. «Ευτυχώς, δεν μπορώ πια ν’ ανεβαίνω σκάλες, όπως παλιά.» Προχωρήσαμε στο νέο γραφείο της, εκεί καθίσαμε. Η μελέτη της προχωρούσε αργά αλλά σταθερά. Είχε γυρίσει πρόσφατα από τις διακοπές της στην Κρήτη. «Θα σου δείξω κάτι», μου είπε χαμογελώντας με νόημα, πονηρά και σκανδαλιάρικα, «για να δεις τι είμαστε εμείς οι Κρητικοί, θα σου αρέσει!» Άνοιξε ένα συρτάρι στο γραφείο της και τράβηξε ένα μεγάλο κίτρινο φάκελο. Έβγαλε από μέσα του μια δεσμίδα καρτών, από κείνες που προμηθεύεται άφθονα ο τουρίστας, ξεχώρισε μια και μου την έδωσε. Τρεις γάτες σε ανάρμοστη σχέση! Μου έγραψε, σ’ ένα χαρτάκι, τα τηλέφωνά της. «Όποτε έχεις χρόνο, να περνάς× παίρνε και κανένα τηλέφωνο…»
Δυο φορές, ακόμη, συναντηθήκαμε. Η μία ήταν την Άνοιξη του 1997, αρχές Μαρτίου, στη διάρκεια ενός ταξιδιού μου στην Αθήνα. Καθίσαμε στο χολ. Ήταν καταπονημένη. «Την Άνοιξη, όλοι εμείς οι ηλικιωμένοι, δεν νιώθουμε καλά…» Είχε συμβιβαστεί πια με την ηλικία της και τους πόνους που ένιωθε. Εξακολουθούσε να ασχολείται με τη μελέτη της. Δεν είχε τελειώσει, φαινόταν απαυδισμένη. «Να την τελειώσω και ν’ αρχίσω ένα μυθιστόρημα, αυτό θέλω!» Τη ρώτησα για κείνο που είχε αρχίσει το καλοκαίρι του 1995. Το είχε παρατήσει. Θυμάμαι ότι μου μίλησε διεξοδικά για την τηλεοπτική σειρά που θα γυριζόταν, από τον Κώστα Κουτσομύτη, το τελευταίο της μυθιστόρημα, Η αγάπη άργησε μια μέρα. Δεν της άρεσε η διανομή των ρόλων. Δεν μπορούσε να φανταστεί την Καραμπέτη να υποδύεται την Ασπασία, μια στεγνή γεροντοκόρη. Είχε πάει μερικές φορές στα γυρίσματα των επεισοδίων, στην αρχή, αλλά μετά σταμάτησε. Ήταν πολύ περίεργη για την απόδοση τής εποχής και των πολύ λεπτών συναισθημάτων, αγωνιούσε για το τηλεοπτικό αποτέλεσμα.
Μια νέα συνάντησή μας, τον Ιανουάριο τού 1998, αναβλήθηκε επειδή η Λιλή είχε εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο, αντιμετώπιζε έντονα αναπνευστικά προβλήματα. Έφυγα πάλι για την Κρήτη όπου έμεινα συνεχώς μισό χρόνο. Νέο ταξίδι μου στην Αθήνα, τον Ιούνιο του ‘98, αποχαιρετιστήριο. Τότε συναντηθήκαμε για τελευταία φορά. Ο Πον-Πον είχε πεθάνει, όμως δεν ήταν απαρηγόρητη× είχε πάρει ένα νέο σκυλάκι, καφέ χρώματος, λιγότερο μαλλιαρό και πιο γλυκό στην όψη. Η μελέτη της, επιτέλους, είχε τελειώσει, είχε πάρει ήδη την άγουσα για το τυπογραφείο. Οι γιατροί της είχαν απαγορεύσει το κάπνισμα. Σιγά που θα το έκοβε μαχαίρι η Λιλή. Κατόρθωσε όμως να το μειώσει σημαντικά. Πέντε, περίπου, πακέτα τσιγάρα κάπνιζε ημερησίως! Το να μειώσεις τη συνήθεια τού καπνίσματος στο 1/10, δεν είναι κάτι απλώς σημαντικό, ολόκληρος άθλος είναι, ηράκλειος! Το είχε μειώσει στα δέκα τσιγάρα μόνο, κι ήταν απαράβατος ο κανόνας αυτός. Τη ρώτησα αν είχε αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημα που τόσο λαχταρούσε. Η απάντησή της ήταν αρνητική. Άφησε, μάλιστα, να φανεί και ο λόγος. «Όταν έγραφα, κάπνιζα πολύ!» Τον άλλο μήνα, τον Ιούλιο, θα ερχόταν ξανά στην Κρήτη. Είπαμε να συναντηθούμε κει.
Συναντηθήκαμε. Ήταν κόσμος πολύς συγκεντρωμένος στη βασιλική του Αγίου Τίτου όπου ψάλθηκε η νεκρώσιμος ακολουθία. Καθώς προσκυνούσα το λείψανο, πρόλαβα μόνο να χαϊδέψω μια τούφα των μαλλιών της. Σκεφτόμουν ότι ο χαρακτηρισμός που της είχε δώσει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, γράφοντας για τη Συβαρίτισσα στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ήταν καίριος. Ναι, η Λιλή Ζωγράφου ήταν και θα παραμείνει η σκοτεινή θεά Εκάτη της λογοτεχνίας μας. Αποσυνάγωγη, εκτός του επίσημου Κανόνα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που συντάσσουν οι ιστορικοί και κριτικοί – πλην όμως ενταγμένη σ’ έναν άλλον Κανόνα, ίσως πιο ουσιαστικό, στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού.

http://www.poiein.gr/archives/1453/index.html

Σχόλια