ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΖΟΥΚΑ...

ΕΓΡΑΨΕ  ο Αλέξανδρος Ζούκας
Τετάρτη, 24/01/2007, 18:56


Σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας, σαν εφιάλτης οργουελικής έμπνευσης, σαν μέγγενη που σφίγγει τα σπλάχνα, ορισμένων που βιοπορίζονται σκεπτόμενοι, σπαράγματα μιας σχιζοφρενικής φαντασίας στο έπακρον άχτι, έβλεπα – δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα, ούτε καν αυτό – σαν σ’ ένα πάνελ λέει, απ’ αυτά που ξεκατινιάζονται μεσημεριάτικα με στυλ “.. έκανα παιδί με το γιο της αδερφής μου, συγνώμην αλλά με βρήκε σε συναισθηματική αστάθεια… ξέρετε, τώρα, και …” ή “υιοθέτησα την κόρη μου επειδή είμαι λεσβία” κ.ο.κ., έβλεπα λέει, απαστράπτουσες εξωτερικά μοντέλες, με αψεγάδιαστα μακιγιάζ – το ρετιρέ παρέμενε καραγιαπί - μην χτυπάτε, είναι ακατοίκητο – πλάι σε κοντοκουρεμένους νεαρούς με το ηλίθιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο προσωπάκι τους, να συζητούν για το προφίλ του επιτυχημένου πολιτικού παρέα με βαθυστόχαστους αναλυτές.

Η συζήτηση εμπλουτισμένη με εικόνες από διάφορους εκπροσώπους.. “της λαϊκής εντολής” ούτε λίγο ούτε πολύ περιέγραφε τον νέο πολιτικό άνδρα:
ü        Ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο; μηδέν – το απόλυτο κενό,
ü        Συναισθηματικά; πλήρης ισοπέδωση, το ρεπορτάζ δείχνει τον υποψήφιο στο γραφείο του ανάμεσα σε εικονίσματα - πρόστυχες στάμπες του τάληρου, πίσω του η “Μεσόγειος” του Φ. Μπροντέλ (σαν το ανέκδοτο της γιαγιάς με τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, που προφανώς πήγαινε για χέσιμο), στο δρόμο αγκαλιάζει παιδάκια, γριές του φιλάνε το χέρι μπερδεύοντάς τον με ιεραπόστολο, στο ένα χέρι κομποσκοίνι, στην κωλοτσέπη τράπουλα, το βράδυ αγκαλιά με τα στρας καταθέτει το λαϊκό καημό οπαδός του επίσης λαϊκού άσματος “όλη μέρα στο φουρνέλο και το βράδυ στο μπουρδέλο”, σε ρυθμό απτάλικο, τρεχάματα νυχθημερόν γάμοι, κηδείες, βαπτίσεις,
ü        Διεκδικητικό πλαίσιο για λογαριασμό των εντολοδόχων; θα το διαβάσουμε στον Καζαμία μέρες που έρχονται,
ü        Εντιμότητα; οι Κουμπαριές να ΄ ναι καλά, με άλλα λόγια στα σκατά μέχρι το λαιμό,
ü        Οικογενειακή ζωή; (Μη ρωτάτε εμένα, ρωτήστε αυτήν). - Καλέ τι λέτε, τα σαββατοκύριακα που αναπαύεται μαντάρει τις τρύπιες κάλτσες των παιδιών! (μιλάει η σύζυγος).
ü        Μόρφωση; βγαλμένη από τα βαθιά νερά της λαϊκής ψυχής “έχετε ψαράδες ψάρια, αστακούες και καλαμάρια”,
ü        Σταθερότητα στις αξίες; Κρυστάλλινη, ή μάλλον πορσελάνινη, κάτι σαν παγωμένος εμετός στο πεζοδρόμιο.
Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω από την πλημμυρίδα των προσόντων περισσότερα στοιχεία. Έμεινα άναυδος, προσπαθώντας κάτι να ψελλίσω ανάμεσα στις χιλιάδες υποχρεώσεις που μ’ έχουν συνθλίψει.
Ένας νεαρός μάλλον της εκπομπής κουνάει με συγκατάβαση το κεφάλι συναισθανόμενος τη βαριά ευθύνη του πολιτικού άνδρα, τον αλτρουισμό του. Η σύζυγος κι αυτή σε στάση πλήρους σεμνότητας (οι ώμοι γερμένοι μέσα έτσι που να βαθαίνει απύθμενα το ντεκολτέ και να αναδύεται απειλητικό το βάραθρο) με το νεαρό δίπλα να της υπενθυμίζει διαρκώς τις θυσίες που κάνει η ίδια προκειμένου να μην γίνει εμπόδιο στην πολιτική σταδιοδρομία του ανδρός. Βέβαια, κυρία μου. Πίσω από κάθε μεγάλο άνδρα κρύβεται μια εξ ίσου μεγαλειώδης γυναίκα. Δεν άντεξα άλλο.
Σηκώθηκα με τάσεις λιγοθυμίας, έκλεισα την τηλεόραση να μη βλέπω άλλο την ανημπόρια μου, που ποτές μου δεν μπόρεσα να προσφέρω στο Κοινωνικό σύνολο ούτε λίγο παντεσπάνι, πιο άχρηστος κι από την Αντουανέτα, κι άρπαξα ένα βιβλίο από το δικό μου ράφι. Το άνοιξα με μάτι θολό σαν τον Πηνειό μετά τη βροχή και διάβασα φωναχτά, σαν για να διώξω την τύφλα μου ή να ξορκίσω το κακό που με κρατάει σε αδράνεια.

“Τώρα υπέρτιμος της εξαρχίας Ουρβανός
ο άλλοτε του εσναφίου Ιγνάτιος
πτηνουργός και σπλαχνοπώλης διδάσκει ούρησιν
απόφραξη οχετών τσικλομάσησιν και τράπουλα
διδάσκει ασβεστοεπάλειψη πεζοδρομίων και
κατάποσιν, διδάσκει χατζή Εβλιά τσελεπή
παραλείποντας το Κυνόσαργες.
τον ξεφωνίζουνε στο Φόρο πόρνες μασκοφόροι
ανελέητες μοτοσυκλέτες και άλλοι οπαδοί πως ν’ ακουστώ ο δίοπος
που ονόμασα χί τις ενοράσεις
αποξαρχής κατάχαμα στο χάος σφαδάζω
δίνω αίμα για μετάγγιση
θ’ ανοίξτε επιτέλους τα στραβά σας
πάλι αφήνουνε αυγά οι τυραννόσαυροι”.

Μια μελαγχολική νότα, μια θλιμμένη μελωδία έφθανε στ’ αυτιά μου. Τα λόγια του Ε. Κακναβάτου με κλόνισαν σύγκορμα. “…Πάλι αφήνουνε αυγά οι Τυραννόσαυροι”… Μετά από αυτά δεν ξέρω ούτε τι γράφω ούτε για ποιόν τα γράφω.


Βιογραφικό
Ο Αλέκος Ζούκας γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1956 στο Μεσενικόλα Καρδίτσας.
Σπούδασε στο Τμήμα Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αλλά τον κέρδισε η πένα και το μπουζούκι.
Εργάστηκε επί σειρά ετών ως συντάκτης, σχολιαστής, αρθρογράφος (Ημερήσιος Κήρυκας, Θεσσαλική Ηχώ κ.α.), περιοδικά και ραδιόφωνα. Υπήρξε διευθυντής του Δημοτικού Ραδιοφώνου Λάρισας. Ήταν ιδρυτής του εκδοτικού οίκου «έλλα», κειμενογράφος και ερευνητής σε σειρές ντοκιμαντέρ για την ΕΤ.
Το τελευταίο διάστημα εργαζόταν στην ΕΡΑ.
Συμμετείχε συγγραφικά στο συλλογικό έργο των Οικοτουριστικών Οδηγών της Πίνδου (11 τόμοι, 2003-2005) και στο βιβλίο "Ενθύμιον Χώρας Τυρνάβου" (1994) των εκδόσεων Έλλα. Προσωπικά του έργα είναι: "Γεύσεις της Θεσσαλίας, Ιστορική-ανθρωπολογική προσέγγιση της Θεσσαλικής Διατροφής", (2008), "Περιβαλλοντικός Αρχαιολογικός Οδηγός Ολύμπου Ελασσόνας" (2009), "Περιβαλλοντικός Αρχαιολογικός Οδηγός Κισάβου-Μαυροβουνίου" (2009), "Όλυμπος-Κίσαβος-Μαυροβούνι, Ιστορία, Φύση, Κοινωνία, Οικισμοί", (2009).
Έχει συγγράψει συνοδευτικά ιστορικο-αισθητικά δοκίμια για τους δίσκους παραδοσιακής μουσικής Σμίξη-Γρεβενών (1991), Τα τραγούδια της Νεβρόπολης Καρδίτσας (1993), Γράβα, Ζαγορίσια και Γιαννιώτικα (2001), Παδιώτικο Γλέντι-Κόνιτσα (2002) και Πασχαλιόγορτα Δήμου Ποταμιάς (2005). Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Φαρφουλάς των τελευταίων χρόνων.
Καταλαβαίνει κανείς ποιος ήταν ο Αλέκος Ζούκας αν διαβάσει κάτι που έγραφε στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο “ΣΤΗΝ ΧΙΟ με τον Anatol de Meibohm”  που κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες από τις εκδόσεις «Φαρφούλας» και παρουσιάστηκε στη Λάρισα, στο Θέατρο του Μύλου, από το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΘΣτΕΕ.
Κι αφού γι΄αυτούς τους τόπους κανένα ταξιδιωτικό πρακτορείο δεν διαθέτει πληροφορίες ούτε αναλαμβάνει εκδρομές, έφυγα μόνος προς μιαν απροσδιόριστη κατεύθυνση από αυτές που υπάρχουν χαραγμένες μόνον στην γεωγραφία της ψυχής!!!

Σχόλια