Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΦΡΟΥΝΤ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ της Μαρίας Μεταξά

Το μοιραίο ερώτημα της ανθρωπότητας μου φαίνεται πως είναι αν και σε ποιόν βαθμό θα καταφέρει η πολιτισμική της εξέλιξη να προφυλάξει τη συμβίωση των ανθρώπων από τη βλάβη που προέρχεται από την ανθρώπινη ορμή της επιθετικότητας και από την ορμή της αυτοκαταστροφής.
Σίγκμουντ Φρόυντ[1]



Ιστορικό πλαίσιο

Ο βιομηχανικός καπιταλισμός που φτάνει στην ακμή του στη βορειοδυτική Ευρώπη κατά το 2ο ήμισυ του 19ου αιώνα βαθαίνει το χάσμα στη βιομηχανική Ευρώπη της ατμομηχανής και στην αρχαϊκή Ανατολική και Νότια Ευρώπη «του κάρου»[1].
Η Ευρώπη απολαμβάνει το θρίαμβο του ιμπεριαλισμού, καθώς απέραντες αποικιακές αυτοκρατορίες συστήνονται στα πέρατα της Γης. Η επιστημονική και τεχνική υπεροχή των Ευρωπαίων, τους εξασφαλίζει την πολιτική τους επιρροή σε όλο τον Πλανήτη.
Στο τέλος του 19ου αιώνα και έχοντας περιέλθει στην κυριαρχία της Γερμανίας, σύσσωμη η Ευρώπη, θα στροβιλιστεί από τη σύγκρουση των εθνικισμών και θα χαράξει την τραγική της πορεία προς τον πόλεμο. Έναν πόλεμο που στις αρχές Αυγούστου 1914 φαντάζει σύντομος –αν και γρήγορα θα διαψευστεί- και θα βυθίσει την ανθρωπότητα στο έλεός του. Η γηραιά ήπειρος θα βγει από τη σύρραξη υλικά και ηθικά καταρρακωμένη. Η δεκαετία του 1920, σε παγκόσμιο επίπεδο χαρακτηρίζεται ασταθή ισορροπία.

Φρόυντ και πλαίσιο

Μέσα σ΄ αυτή τη δίνη των ιστορικών γεγονότων, ο κορυφαίος Βιεννέζος παν-επιστήμονας Σίγκμουντ Φρόυντ, και έχοντας πίσω του ήδη ένα ογκώδες έργο ως παρακαταθήκη, παραδίδει στο φως το 1930, το σύγγραμμά του «Η Δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό» ή άλλως «Ο Πολιτισμός πηγή δυστυχίας», μέσα από το οποίο προσπαθεί να εκθέσει το αίσθημα της ενοχής ως ένα καίριο πρόβλημα στην εξέλιξη του πολιτισμού, συνδέοντας την πολιτισμική πρόοδο με την ένταση του ενοχικού αισθήματος και την απώλεια της ευτυχίας.
Οι επιστημονικές θεωρίες του Φρόυντ αλλά και οι τεχνικές θεραπείας που ανέπτυξε αποτέλεσαν αντικείμενα έντονης αμφισβήτησης όταν παρουσιάστηκαν στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Ο φροϋδισμός προκάλεσε συζητήσεις μεταξύ των επιστημόνων και επέσυρε τη δριμεία πολεμική των αντιφρονούντων. Κατά την περίοδο της ολοκλήρωσης της θεωρίας του, υποβλήθηκε οιονεί σε ηθικό και επιστημονικό αποκλεισμό, καταφέρνοντας πάραυτα –κάτοχος όσο ολίγοι του συγγραφικού μυστικού- να γοητεύσει τον αναγνώστη με το πνευματώδες του ύφος, τη συλλογιστική του δύναμη, τη διαλεκτική του δεινότητα και τον πικρό πολλάκις σαρκασμό του. Θεωρήθηκε ως ένας εκ των διαμορφωτών του νέου τρόπου σκέπτεσθαι του ευρωπαίου «ανθρώπου», διότι κατόρθωσε να βγάλει την ψυχολογία έξω από το εργαστήριο και να την οδηγήσει στην κλινική. Και από εκεί στους δημόσιους δρόμους και στις παρόδους, στον κόσμο του εμπορίου, στα σπίτια και στα σχολεία.  Προέταξε ένα νέο και διαφορετικό αυτο-είδωλο από εκείνο που είχαν οι πρόγονοί του, και προέβαλε όχι μόνο την προσπάθεια αποδέσμευσης του ανθρώπου από κάθε ηθική αρχή, αλλά και με αξιώσεις ενός πρότυπου δημιουργίας ενός νέου Ανθρωπισμού.

Φροϋδισμός

Ο Φρόυντ –που μαζί με τον Μπρόιερ δημοσίευσαν τα αποτελέσματα των δοκιμών τους στις Μελέτες για Υστερία, έργο από το οποίο θεωρήθηκε ότι αναδύθηκε η ψυχανάλυση- υποστήριξε ότι το αντικείμενο της ψυχανάλυσης έχει ισχύουσα λογική και εκτεταμένη εφαρμογή σε ευρύτατα πεδία γνώσης και εκτός ιατρικής. Ως τέτοια πεδία προέτασσε την κοινωνιολογία, την αισθητική, την ψυχολογία, την φιλολογία κοκ.
Μέσα από την κλινική έρευνα διαπίστωσε ότι τα ψυχικά φαινόμενα, δεν είναι άθροισμα μεμονωμένων ψυχικών γεγονότων, ούτε συνθέσεις, αλλά ένα πολύπλοκο σύστημα στοιχειωδών δυνάμεων σε διαρκή εξέλιξη που σε μεταξύ τους σύνθεση και συνεργασία, θέτουν σε πρωταρχικό και βασικό στοιχείο της ψυχής, το Ασυνείδητο. Υποστήριξε ότι, το Ασυνείδητο είναι το πραγματικό ψυχικό γεγονός, η εσωτερική δηλαδή πραγματικότητα, που δύσκολα καθίσταται γνωστή ακόμη από την αυτοπαρατήρηση αν και μόνο ο ιατρός, είναι σε θέση εξετάζοντας τα δεδομένα που είναι τα όνειρα και οι νευρώσεις, να διαπιστώσει τα αποτελέσματα αυτού. Γιατί τα ψυχικά γεγονότα και τα ψυχικά φαινόμενα, λαμβάνουν χώρα μόνο μέσα στο Ασυνείδητο που περιλαμβάνει όλες τις κατευθύνουσες δυνάμεις της σκέψης και τις ενέργειες, τις πρωτόγονες τάσεις, τα ένστικτα και το δυναμισμό όλης της ψυχικής ζωής.
Ο Φρόυντ βλέπει τον ψυχικό «οργανισμό» ως μια σφαίρα και διακρίνει το ασυνείδητο σε Εγώ το οποίο περιλαμβάνει όλα τα συνειδητά και τα υποσυνείδητα συστήματα, και το ιδανικό Εγώ ή Υπερεγώ το οποίο έχει την δυναμική να εξασκεί την απώθηση των πρωτογενών τάσεων στο ασυνείδητο και, αποτελεί την εισαγωγή της αρχής της ηθικής στην ψυχή. Η μελέτη των ψυχικών στοιχείων έδειξε ότι αυτά σχηματίζουν πολύπλοκα συστήματα εικόνων και αναμνήσεων, τα καλούμενα συμπλέγματα, τα οποία αν και είναι ασυνείδητα, ωστόσο κατέχουν ενεργητική ή δυναμική ισχύ.
Το σύνολο των ενστίκτων και των τάσεων που αναφέρονται στην γενετήσια διέγερση αποτελεί τη λίμπιντο που εκδηλώνεται με την περίοδο του αυτοερωτισμού, την οποία κατονομάζει «περίοδο του ναρκισσισμού». Όταν η λίμπιντο στρέφεται πέραν του ιδίου σώματος, -σε άτομα αντιθέτου φύλου, που στην περίπτωση των παιδιών, η αντιπροσώπευση επιτυγχάνεται με τη μητέρα προς το αγόρι, και τον πατέρα προς το κορίτσι, ενώ επέρχεται και η σταδιακή αντιπάθεια του άρρενος προς τον πατέρα και του θήλεος προς τη μητέρα-, τότε έχουμε το αποκαλούμενο «Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα».
Μέσα από την κλινική του μελέτη διαπιστώνει ότι το όνειρο είναι συναισθηματική ενέργεια διαρρύθμισης των συναισθημάτων, διέξοδος των συγκρούσεων του ασυνειδήτου, είδος καθαρτικής θεραπείας. Τα συναισθήματα του μίσους, της ζηλοτυπίας, του εγωισμού, της εκδίκησης πραγματοποιούνται φαντασιακά με οδηγό το όνειρο. «Το όνειρο μας αφορά όλους στη γενικότητά του, υγιείς και μη, κι από δω αντλεί τη θεωρητική και πρακτική του αξία»[2]
Η προσπάθειά του να αναπαραστήσει τις αρχές της προέλευσης της κοινωνίας αποτυπώνονται στο έργο «Τοτέμ και Ταμπού» ενώ στο «Μέλλον μιας Αυταπάτης» παραδέχεται ότι σκοπός του θρησκευτικού αισθήματος, είναι το τι εννοεί ο κοινός άνθρωπος με τη θρησκεία του και προετοιμάζει έτσι το έργο που θα ακολουθήσει, δηλαδή τον «Πολιτισμό πηγή δυστυχίας». O Φρόυντ συνοψίζει και συμπυκνώνει τη θέση του απέναντι στη Νεωτερικότητα στο βιβλίο αυτό[3].

Η έκδοση του «Πολιτισμού»

και οι θέσεις του περί αυτού
«Το ερώτημα για το σκοπό της ανθρώπινης ζωής έχει τεθεί αμέτρητες φορές. Δεν του έχει δοθεί ακόμη μια ικανοποιητική απάντηση και ίσως να μην επιδέχεται καμία τέτοια»[4]. Η διαπίστωση που κάνει ο Φρόυντ για  το πανανθρώπινο ερώτημα περί του σκοπού της ανθρώπινης ζωής, είναι μια διαπίστωση που την αντιμετώπιζε  με σοβαρό σκεπτικισμό. Αντί αυτού λοιπόν, στρέφεται σε ένα απλό ερώτημα και επικεντρώνεται στο γεγονός, ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν την ευτυχία «θέλουν να γίνουν και να μείνουν ευτυχισμένοι»[5]. Και πώς επιτυγχάνεται η ευτυχία; Μα με την επιδίωξη της ηδονής και την παντελή έλλειψη πόνου και δυσάρεστου συναισθήματος. Ο άνθρωπος υιοθετεί το πρόγραμμα της αρχής της ηδονής», ευρισκόμενος σε αέναη μάχη με τον μικρόκοσμο και μακρόκοσμο του. Καθώς όμως ab initio δεν είναι προορισμένος να είναι πάντα ευτυχισμένος, γιατί στο πρόγραμμα της Δημιουργίας δεν είναι καταγεγραμμένη αυτή η πρόθεση, εξαιτίας της φθαρτότητάς του, αναγκάζεται τέλος να αποδεχθεί την αρχή της πραγματικότητας. Ο Φρόυντ, αναλύει στο σημείο αυτό τρόπους πρόσκαιρης ηδονής αποβλέποντας στην προσωρινή μείωση του πόνου, και αναφέρει ότι η εκούσια απομόνωση του ανθρώπου από τους συνανθρώπους του, συχνά τον προστατεύει από τον πόνο, ενώ στο σημείο αυτό δεν διστάζει να επισημάνει και την πρόσκαιρη ευχαρίστηση του ανθρώπου, ευχαρίστηση που μπορεί να προκληθεί από ουσίες ξένες προς τον  οργανισμό, για παράδειγμα με τη χρήση ναρκωτικών. «Γνωρίζουμε ότι με τη βοήθεια του παυσίλυπου μπορούμε κάθε στιγμή να αποφύγουμε την πίεση της πραγματικότητας και να καταφύγουμε σε ένα δικό μας κόσμο με καλύτερες συνθήκες αίσθησης»[6] αναφέρει στο  2ο κεφάλαιο του «Πολιτισμού». Ας μην μας διαφεύγει το γεγονός, ότι οι μελέτες που πραγματοποίησε ο Φρόυντ, στο Γενικό Νοσοκομείο της Βιέννης, σχετικά με την κλινική χρήση της κοκαΐνης, θεωρούνται σημαντικές, τόσο δε, που δεν δίστασε να κάνει ο ίδιος χρήση προκειμένου να καταλήξει σε συμπεράσματα. Έτσι υπέδειξε έναν μηχανισμό δράσης του ναρκωτικού, σύμφωνα με τον οποίο η ουσία δρα διεγερτικά, αναστέλλοντας την επενέργεια των παραγόντων που καταστέλλουν τα σωματικά αισθήματα.
Στο κεφάλαιο αυτό αναφέρεται επίσης στις μεταθέσεις της λίμπιντο προκειμένου αυτή να μην πληγεί από την άρνηση του περιβάλλοντος, εκτιμά όμως ότι η μέθοδος αυτή είναι εφαρμόσιμη μόνο από μερίδα ανθρώπων, όπως είναι οι καλλιτέχνες, ή οι ερευνητές που έχουν στρέψει την ευχαρίστησή τους σε άλλου είδους ικανοποιήσεις και ενδιαφέροντα.
Οι διαπροσωπικές σχέσεις συχνά προκαλούν πόνο. Ο Φρόυντ το γνωρίζει αυτό και θεωρεί ότι η εκούσια απομόνωση από τους άλλους είναι πολλές φορές προστατευτική για τον άνθρωπο που δεν θέλει να πονέσει.Ο ερημίτης μπορεί πολλές φορές αποστρεφόμενος τον πραγματικό κόσμο, να πλάσει έναν άλλο, λιγότερο αφόρητο που θα ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του.  «Όπου η ευτυχία της ζωής, αναζητείται στην απόλαυση της ομορφιάς»[7] που έχει «έναν μεθυστικό αισθητικό χαρακτήρα»[8] μπορεί να προσφέρει οφέλη και προστασία από τον πόνο. Αν και δεν είναι σαφές το όφελος που προέρχεται από την ομορφιά, ωστόσο θα μας ήταν δύσκολο να την στερηθούμε στον πολιτισμό μας.
Ο πόνος του ανθρώπου –καταγράφει στο 3ο κεφάλαιο-, καθορίζεται από 3 βασικούς παράγοντες που είναι στοιχειώδεις και δεν συμβάλλουν στην ευτυχία του ατόμου: στην υπεροχή της φύσης, στην αδυναμία του σώματος και στην ατέλεια των μέτρων που ρυθμίζουν τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, μέσα στην οικογένεια, στο κράτος και στην κοινωνία. Ο άνθρωπος σε ότι αφορά στους δυο εξ΄ αυτών των παραγόντων δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά, καθώς το αναπόφευκτο έχει τον κυρίαρχο λόγο, στη διαδικασία της φθοράς και της ασημαντότητας του ανθρωπίνου είδους. Αλλά σε ότι αφορά στον τρίτο παράγοντα, -θεωρεί-, ότι οι θεσμοί που εμείς εισάγουμε στη διαβίωσή μας δεν είναι σε θέση να μας εξασφαλίσουν προστασία και όφελος. «Σύμφωνα με αυτόν τον ισχυρισμό ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για την αθλιότητά μας τη φέρει ο πολιτισμός μας. Θα ήμασταν πολύ πιο ευτυχισμένοι, αν τον παρατούσαμε και επιστρέφαμε πάλι σε πρωτόγονες καταστάσεις»[9].
Όμως και να ορίζαμε τον πολιτισμό λέει ο Φρόυντ, ένα είναι το βέβαιο. «Ότι η απειλή που προέρχεται από τις πηγές του πόνου, ανήκει ακριβώς στον ίδιο τον πολιτισμό»[10]. Οι άνθρωποι θεωρώντας ότι κάθε τι καινούργιο, είναι ανώτερο πολιτισμικά έναντι του παλαιού, προσπαθούν να το ισοπεδώσουν.  Χρησιμοποιεί δε, το παράδειγμα της επιβολής και επικράτησης του χριστιανισμού στις ειδωλολατρικές θρησκείες, αλλά και τον βίαιο εκπολιτισμό και αφανισμό των «πρωτόγονων κοινωνιών» από τους «πολιτισμένους κατακτητές».  Κι όμως αυτός ο εκπολιτισμός επέφερε τη νεύρωση, «ανακαλύψαμε ότι ο άνθρωπος γίνεται νευρωτικός, επειδή δεν μπορεί να υποφέρει τον βαθμό της στέρησης που του επιβάλλει η κοινωνία για χάρη των πολιτισμικών της ιδανικών»[11]. –Οι νευρώσεις ερευνήθηκαν ενδελεχώς από τον Φρόυντ, κατά την περίοδο του Παρισιού όταν μελετούσε την ψυχολογική πλευρά της νευροπαθολογίας-. Και όπως πολύ σωστά επισήμανε την ίδια περίοδο ο Αλέξης Καρρέλ, «σε πολλές ανεπτυγμένες περιοχές ο αριθμός των ανθρώπων που είναι κλεισμένος σε άσυλα ξεπερνά τον αριθμό όλων των άλλων νοσηλευομένων συλλήβδην[12]».
Ο Φρόυντ στο ίδιο σημείο κρίνοντας την αλματώδη ανάπτυξη των φυσικών επιστημών και την τεχνική τους εφαρμογή, υπογραμμίζει ότι αυτή δεν αύξησε περαιτέρω το βαθμό της ηδονής που οι άνθρωποι ανέμεναν από τη ζωή τους και σύμφωνα με τις αισθήσεις τους δεν τους έχει κάνει περισσότερο ευτυχισμένους.
Στο 4ο κεφάλαιο του βιβλίου πραγματεύεται ένα άλλο σημαντικό κομμάτι που είναι η αγάπη. Η ανάγκη που έκανε τους ανθρώπους στον τοτεμικό πολιτισμό να συμβιώνουν προκειμένου να ανταποκρίνονται στον καταναγκασμό της εργασίας είχε ως συνέπεια την εκδήλωση αγάπης. Κατά τον Φρόυντ, η αγάπη μέσα στον πολιτισμό μας, μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται σαν «σεξουαλισμός» με όλες ωστόσο τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς που επιβάλλονται από μια μονογαμική πατριαρχική κοινωνία. Αναγνωρίζει την αγάπη ως μια από τις βάσεις του πολιτισμού και θεωρεί ότι η σεξουαλική αγάπη προσφέρει στον άνθρωπο τις ισχυρότερες ικανοποιήσεις. Όταν οι άνθρωποι χάνουν είτε εκούσια, είτε ακούσια το σεξουαλικό τους αντικείμενο, εκτίθενται σε πολύ δυνατό πόνο. Τονίζει όμως ότι οι άνθρωποι που μεταθέτουν την αξία της αγάπης ως δούναι και όχι ως λαβείν, προφυλάσσονται από το κόστος της απώλειας αγγίζοντας το εσωτερικό αίσθημα της ευτυχίας.
Ο πολιτισμός μας, ανέχεται τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ δύο ανθρώπων, με κριτήριο τη διαιώνιση του είδους και δεν μπορεί να ανεχθεί τη «σεξουαλικότητα ως αυτόνομη πηγή ηδονής»[13] καταλήγοντας ότι η σεξουαλική ζωή του πολιτισμένου ανθρώπου έχει σοβαρά πληγεί.
«Ο πολιτισμός πρέπει να κάνει μεγάλες προσπάθειες για να περιορίζει τις επιθετικές ορμές των ανθρώπων και να μειώνει τις εξωτερικεύσεις τους με σχηματισμό ψυχικών αντιδράσεων»[14]. Εδώ ο Φρόυντ σχολιάζει τις επιθετικές τάσεις που εμφανίζουν οι άνθρωποι, είτε εναντίον των ιδίων ή εναντίον τρίτων και επισημαίνει ότι αυτό το μένος είναι ικανό να καταστρέψει όλο το πολιτισμικό οικοδόμημα που οι ίδιοι δημιουργούν. Η ανάγκη κατοχής αγαθών τους στρέφει στην επιθετικότητα, ενώ εκείνοι που δεν διαθέτουν αγαθά, εύκολα εξεγείρονται για την απόκτησή τους. Στο σημείο αυτό, είναι εμφανή τα σπέρματα της πολιτικοποίησης του Φρόυντ, αφού δεν διστάζει να καταγγείλει τον αντισημιτισμό των Γερμανών, αλλά και την προσπάθεια καταστολής της μπουρζουαζίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας. Ο ίδιος στο 6ο κεφάλαιο αναγνωρίζει ότι «η τάση για καταστροφή είναι μια πρωτογενής, αυτόνομη ορμή του ανθρώπου, και ότι αποτελεί το ισχυρότερο εμπόδιο του πολιτισμού»[15], δικαιολογεί όμως το γεγονός, επισημαίνοντας ότι «αυτή η ορμή της επιθετικότητας, είναι παράγωγο και κύριος εκπρόσωπος της ορμής του θανάτου, που την βρήκαμε πλάι στον έρωτα και μοιράζεται μαζί του την κυριαρχία του κόσμου»[16]. Η ορμή της καταστροφής είναι τέτοια που θέλοντας να προσφέρει στο Εγώ, την ευχαρίστηση και την εκπλήρωση των αναγκών της, εμφορείται από την ηδονή της κυριαρχίας.
Ο Φρόυντ, ολοκληρώνει το πόνημά του ρίχνοντας το βάρος της σκέψης του στο ότι το «τίμημα για την πολιτισμική πρόοδο πληρώνεται με απώλεια της ευτυχίας προερχόμενη από αύξηση του αισθήματος ενοχής». Ένα αίσθημα που στις ψυχαναγκαστικές νευρώσεις, κυριαρχεί στη συνείδηση εξουσιάζοντας τον ασθενή, ενώ σε άλλες μορφές νεύρωσης μένει στο ασυνείδητο. Και σε παγκόσμιο επίπεδο, οι θρησκείες εμφανίζονται ως λύτρωση σ΄ αυτό το αίσθημα ενοχής, προσπαθώντας να απελευθερώσουν την ανθρωπότητα από την μιασματική αμαρτία του πρωτόπλαστου. Στην εντολή δε, «αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου», ο Φρόυντ, εκφράζει τη δυσανεξία του με την τοποθέτησή του ότι «η εντολή αυτή είναι απραγματοποίητη. Ένας τόσο μεγαλόπρεπος πληθωρισμός της αγάπης μπορεί να μειώσει την αξία της, όχι να εξαλείψει την ανάγκη».[17] Η άποψη του Φρόυντ, συνδέεται με τον ισχυρισμό του, ότι πρέπει να εξευρεθεί μια νέα βάση δια της ηθικής, παράλληλα με την ηθική της θρησκείας. Διότι η θρησκεία είναι ατελέσφορη ως προς την πραγματοποίηση του σκοπού της. «Νομίζω πως, όσο η αρετή δεν αμείβεται σε τούτον τον κόσμο, τα κηρύγματα της ηθικής θα είναι μάταια»[18]. Και -συμπληρώνει- ότι σύμφωνα με τα δεδομένα του πολιτισμού όσο πιο δύσκολη είναι η τήρηση μιας εντολής τόση μεγαλύτερη αξία έχει. Παρολαυτά παραδέχεται στο «Μέλλον μιας Αυταπάτης» ότι «η θρηκεία έχει προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον πολιτισμό, και ότι έχει συμβάλει πολύ στον δαμασμό των ακοινωνικών ορμών, αλλά όχι αρκετά»[19]. Γιατί, εξουσίασε για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις ανθρώπινες κοινωνίες, παραδίδοντας έναν τρομερά μεγάλο αριθμό ανθρώπων δυστυχισμένων μέσα στον πολιτισμό, που τον αισθάνονται ωσάν να επικρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη και στη θέλησή τους να τον αποτινάξουν καταβάλλουν σισύφεια προσπάθεια.

Εν κατακλείδι

Eίναι σαφές ότι ο Φρόυντ, δεν κάνει καμία προσπάθεια να αποδείξει ότι η θρησκεία είναι μια αυταπάτη. Απλώς αρνείται ανοικτά, κατά τρόπο ήκιστα θρησκευτικό, ότι η θρησκεία είναι αληθινή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο.
Είναι επίσης σαφές ότι δεν θέλει να κάνει ουδεμία προσπάθεια αξιολόγησης του ανθρώπινου πολιτισμού. Ότι εκφράζει δεν αποτελεί παρά μια μελέτη των συμπτωμάτων που διείδε μέσα στο συλλογικό γίγνεσθαι.
«Προσπάθησα να αποφύγω την ενθουσιώδη προκατάληψη ότι ο πολιτισμός μας είναι ότι πολυτιμότερο διαθέτουμε ή μπορούμε να αποκτήσουμε και ότι ο δρόμος του θα μας οδηγήσει αναγκαστικά σε ύψη αφάνταστης τελειότητας»[20].

Δεν υπάρχουν σχόλια: