Η μνήμη στη ζωγραφική είναι χρώμα


Tην αβεβαιότητα και όχι τη σιγουριά της αδιάλειπτης συνέχειας μας θυμίζουν οι μοντέρνοι. Αβεβαιότητα, όμως, δεν σημαίνει σκεπτικισμός, δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να προχωρήσω. Αντίθετα, προσδιορίζεται ως προσπάθεια, ως δοκιμή. Απουσιάζει η οριστική απάντηση προς όφελος μίας «οριστικής δοκιμής». Αυτήν τη στάση βεβαιώνουν οι μοντέρνοι και μέσα σε αυτήν τη στάση τοποθετείται η δουλειά του Δημήτρη Σεβαστάκη. Ο ίδιος, άλλωστε, σημειώνει: «Δεν κατάφερα ποτέ να βρω μια πατρίδα όπως έκανε ο Χόπερ, έναν τρόπο όπως ο Νέρντουμ, ένα σθένος όπως ο Χόκνεϋ, δεν συνάντησα το σκισμένο πρόσωπο του Ακριθάκη, ή την τσιγκουνιά του Γουντ».

Τα έργα του έχουν μία επαναληπτική δομή. Μέσα σε αυτά διαρκώς επιστρέφουν εικόνες, σύμβολα και σημεία. Επιστρέφει, κυρίως, στο Εγώ. Αυτό το έργο μας θυμίζει την πρόταση της φιλοσοφίας ότι η επιστροφή στο Εγώ αποτελεί πάντα έναν δρόμο για την κόλαση. Όσο επιστρέφει σε αυτό τόσο διαλύεται η εμμονή του μέσα στο χρώμα. Τώρα το χρώμα γίνεται πυκνό και εσωτερικό. Η εσωτερικότητα έχει μία απίστευτη πυκνότητα γιατί κατά βάση αποτελεί μνήμη και διαστρωμάτωση των στοιχείων της. Όταν, για παράδειγμα, ζωγραφίζει τον Αλέξη Σεβαστάκη οι πινελιές του χρώματος δημιουργούν ουλές και χαρακιές. Μας θυμίζει ότι η μνήμη στη ζωγραφική είναι χρώμα. Το χρώμα δημιουργεί τις σειρές των μνημονικών στοιχείων. Μία τέτοια περιγραφή ταιριάζει κυρίως για τα κομβικά στοιχεία της ζωγραφικής του. Τα μαύρα τοπία του είναι προφανώς τα πιο εσωτερικά. Αποτελούν αυτά έργα μίας κατάδυσης που ασκείται με μία συνεπή επαναληπτικότητα. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τα ανοιχτά του έργα με τα φωτεινά γαλάζια και τα φρούτα. Ανάμεσα σε αυτές τις σειρές υπάρχει μία ενότητα την οποία δηλώνει ο καλλιτέχνης ως προφανή. Στο έργο του με την εικόνα του φεγγαριού να δεσπόζει, στο κάτω μέρος της σύνθεσης υπάρχει η υπόμνηση μίας νεκρής φύσης. Στα μπλε έργα του αυτή η εικόνα αυτονομείται και υποβάλλεται, στη συνέχεια, στα ίδια ερωτήματα. Κι εδώ το θέμα της παρουσίασης ή μη του αντικειμένου γίνεται κεντρικό. Τα φρούτα στην άκρη της επιφάνειας, έτοιμα να κυλήσουν (με τρόπο σεζανικό) ή να μετεωρίζονται (με τρόπο μοραντικό) μας δηλώνουν κάτι περισσότερο: Αυτό που πραγματικά υπάρχει είναι το υποκείμενο που γνωρίζει το αντικείμενο. Οι νεκρές του φύσεις μας υποβάλλουν το ερώτημα εάν το αντικείμενο εμφανίζεται και παρουσιάζεται, αναδύεται ή τελικά εσωτερικεύεται και απομακρύνεται; Αυτή η αμφιβολία οδηγείται από το θέμα, γίνεται υπαρκτική, προχωρά στην ίδια τη χρήση του χρώματος. Οι μεγάλες πινελιές του γαλάζιου τελειώνουν απότομα. Πιο κάτω στην ίδια επιφάνεια άλλοι τόνοι του γαλάζιου να τίθενται με τον ίδιο τρόπο. Η παράθεσή τους είναι ορθή, αλλά αυτό που εκπλήσσει είναι η διαρκής μέθοδος της αμφιβολίας.
Η επιστροφή στο Εγώ έχει σύμβολα. Ο λύκος, τα σκυλιά, το άλογο, το φεγγάρι, το ίδιο το νερό. Ο Σεβαστάκης επερωτά πάνω στη μεγάλη παράδοση του συμβόλου. Στα τελευταία έργα του δεν διστάζει να βάλει και το σφυροδρέπανο με τον ίδιο απορητικό τρόπο. Μολονότι επιστρέφει στο σύμβολο, η ζωγραφική του δεν είναι συμβολική. Τα σημεία της εικονοποιείας του ένα άλλο στοιχείο θέλουν να τονίσουν, την εικόνα της απειλής, τελικά αυτή ενοποιεί τα πάντα. Στις ανοιχτές χρωματικά ακουαρέλες, εκεί που σου λέει ότι δεν συμβαίνει τίποτα, ότι επιτέλους όλα είναι ορατά και προφανή, στα φωτεινά μπλε, μέσα στο κυρίως έργο του η εικόνα της απειλής είναι διαρκώς παρούσα.
Όχι μόνο το σύμβολο αλλά και η χρήση του φωτός, το ίδιο το λευκό απειλεί, το ηλεκτρικό μπλε το ίδιο. Η ζωγραφική, για τον Σεβαστάκη, είναι ο χώρος του κυνηγημένου, του ασυνείδητου το οποίο η βία και η βαρβαρότητα το έχουν εξορίσει. Μας περιγράφει τους βιωμένους τρόπους μίας εξορίας.

Παναγιώτης Σ. Παπαδόπουλος

avgi.gr

Σχόλια