Μεταβυζαντινή και Επτανησιακή ζωγραφική στην Ζάκυνθο

Σε ένα ωραίο νεοκλασικό κτίριο, στην μεγάλη πλατεία Διονυσίου Σολωμού στην Ζάκυνθο, φυλάσσεται ό,τι διασώθηκε από τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953. Από τον κατάλογο που εκδόθηκε (ΖΩΗ Α. ΜΥΛΩΝΑ, Μουσείο Ζακύνθου, Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο αρχαιολογικών πόρων και απαλλοτριώσεων), εξάγουμε πολύ σημαντικά στοιχεία για την ζωγραφική των εικόνων, κυρίως για την περίοδο μετά την άλωση της Κανσταντινουπόλεως.
Είναι γνωστό πώς μετά την άλωση της Πόλης οι καλλιτέχνες μεταφέρονται σε άλλα κέντρα, όπου μπορούν να συνεχίσουν την ζωγραφική τους παράδοση ελεύθερα. Οι μεγάλοι ζωγράφοι του 15ου αιώνα είναι αυτοί που καθορίζουν και καθιερώνουν τους ζωγραφικούς τύπους και την σύνθεση νέων, που απετέλεσαν πρότυπο και επαναλαμβάνονταν με μικρές αλλαγές από τις επόμενες γενεές. Από το δεύτερο τέταρτο έως και το τέλος του 17ου αιώνα οι ζωγράφοι, που ουσιαστικά αποτελούν την τελευταία αξιόλογη γενιά της κρητικής σχολής, συνεχίζουν την ίδια παράδοση των παλαιοτέρων με την ίδια άψογη τεχνική. Παράλληλα όμως σημαντικοί από τους καλλιτέχνες εισάγουν νεωτερισμούς και δέχονται αποφασιστικά τις δυτικές επιδράσεις. Η άλωση του Χάνδακα το 1669 από τους Τούρκους είχε ως αποτέλεσμα σπουδαίοι καλλιτέχνες να εγκατασταθούν στις ενετοκρατούμενες περιοχές, όπου μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα, όπως η Βενετία, οι Κυκλάδες, τα Ιόνια νησιά και κυρίως στα δύο μεγάλα αστικα τους κέντρα, την Κέρκυρα και την Ζάκυνθο.
Η παρουσία αυτών των καλλιτεχνών σε συνδυασμό με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την άνθηση από τα τέλη του 17ου και κυρίως κατά τον 18ο αιώνα, μιας αυτόνομης καλλιτεχνικής παράδοσης ανοιχτής στις σύγχρονες τάσεις και τους τρόπους της δυτικής τέχνης, που σηματοδοτεί και το τέλος της Κρητικής Σχολής. Έτσι οι Ζακυνθινοί ζωγράφοι ζωγραφίζουν εικόνες σύμφωνα με την κρητική τεχνοτροπία, αλλά και σύμφωνα με την ιταλική. Τέτοιος καλλιτέχνης, που στάθηκε αφετηρία της ιταλικής τέχνης, είναι ο Παναγιώτης Δοξαράς από την Μάνη (1662-1729), ιππότης στην υπηρεσία της Βενετίας, ο οποίος κατηύθυνε καθοριστικά την επτανησιακή τέχνη προς την Δύση. Με το “περί ζωγραφίας” σύγγραμμά του (1727), με το οποίο ταυτίστηκε ολοκληρωτικά με τον Ιταλό Veronese, υποστήριξε και θεωρητικά τις καλλιτεχνικές του προτιμήσεις, την εποχή που ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά, με την “ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης” (1728-1732) κήρυττε την επιστροφή στον βυζαντινό ζωγράφο Πανσέληνο. Έτσι ο Δοξαράς εγκαινιάζει την λεγόμενη Επτανησιακή Ζωγραφική, ζωγραφίζοντας την ουρανία (οροφή) του Αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα.
Μαθητές του Δοξαρά είναι ο γιός του Νικόλαος Δοξαράς, αλλά και ο Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), που γεννήθηκε και πέθανε στην Ζάκυνθο. Κατά τους βιογράφους του χρημάτισε και μαθητής του Tierolo στην Βενετία. Αφομοίωσε με πληρότητα τύπους του μανιερισμού και του μπαρόκ και ζωγράφισε με υποβλητική χρήση της απότομης φωτοσκίασης. Επιδόθηκε στην προσωπογραφία και είναι η σημαντικότερη φυσιογνωμία της Επτανησιακής Ζωγραφικής. Ο καλλιτέχνης αυτός επηρέασε βαθύτατα και έναν άλλον σημαντικό ζακυνθινό καλλιτέχνη τον Νικόλαο Καντούνη (1767-1834), έργο του και η εικόνα που παραθέτουμε. Παραγωγικός και με εξαιρετικές σχεδιαστικές δυνατότητες, με φωτεινότερους από του Κουτούζη τόνους, χωρίς όμως μορφοπλαστική ικανότητα και συνθετικές πρωτοβουλίες, αντιγράφει συνθέσεις μεγάλων καλλιτεχνών, όπως την Αποκαθήλωση του Rubens, και συχνά του Κουτούζη.
Από τον Παναγιώτη Δοξαρά μέχρι τον Νικόλαο Καντούνη διαπιστώνεται η ολοκληρωτική στροφή της θρησκευτικής ζωγραφικής στον μανιερισμό, το μπαρόκ, την φλαμανδική ζωγραφική. Εγκαταλείπεται η τεχνική της αυγοτέμπερας και επικρατεί η ελαιογραφία, εισάγονται στοιχεία της κοσμικής τέχνης, αποτυπώνεται η έκφραση έντονων συναισθημάτων, εισάγονται νέοι κύκλοι θεμάτων στην εικονογραφία με την επίδραση της Αντιμεταρρύθμισης, ενώ στους ναούς μεγάλοι πίνακες αντικαθιστούν τις τοιχογραφίες. Η αντικατάσταση τοιχογραφιών αλλά και οι σεισμοί είναι αιτίες για την εξαφάνιση των στοιχείων για την μνημειακή ζωγραφική. Ο 17ος και 18ος αιώνας αντιπροσωπεύονται με μερικά παραδείγματα τοιχογραφημένων συνόλων που διασώθηκαν από τους σεισμούς. Αν σε αυτά υπολογιστή ένας σημαντικός αριθμός γνωστών από την βιβλιογραφία τοιχογραφιών, που δεν σώζονται, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η τέχνη της τοιχογράφησης βρισκόταν σε μεγάλη ακμή κατά τους αιώνες αυτούς.
Η θαυμάσια Επτανησιακή Ζωγραφική, αλλά και τα Γράμματα και οι άλλες τέχνες, ό,τι δηλαδή συνθέτει τον επτανησιακό πολιτισμό, είναι φυσικό αποτέλεσμα του πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν.
του Ιερομονάχου Σιλουανού Πεπονάκη
 http://www.vic.com/~tscon/parembasis/2003/03_09_23.htm

Σχόλια