Tutto Italia- Cinema e Cultura

ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

ΤΟ ΜΑΡΤΙΟ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Το Tutto Italia είναι η ετήσια γιορτή της Ιταλίας στην Ελλάδα με αφορμή και επίκεντρο τον ιταλικό κινηματογράφο. Πρόκειται για μια διοργάνωση που ως βασικό στόχο έχει την διάδοση της ιταλικής κουλτούρας στην Ελλάδα αλλά και τη συμφιλίωση του ελληνικού κοινού με θέματα και θεάματα που αφορούν τον πολιτισμό, την παιδεία και την καθημερινότητα, εν γένει, των κατοίκων της αγαπημένης, γειτονικής μας χώρας.

Η Ιταλία είναι δίπλα μας, ο λαός της αδερφός μας, η κουλτούρα της παγκόσμια κι η αγάπη γι αυτήν μεγάλη. Μέχρι πριν από λίγα ακόμα χρόνια, η ιταλική επιρροή στη ζωή μας, στην τέχνη μας, στις αισθήσεις μας ήταν η νούμερο ένα επιρροή που δεχόμασταν άμεσα από την Ευρώπη. Αν δει κανείς παλιές ελληνικές ταινίες που περιλαμβάνουν σκηνές οι οποίες διαδραματίζονται στα night club της εποχής, θα διαπιστώσει ότι με ιταλικούς ρυθμούς λικνίζονταν τα νιάτα τότε, θα ακούσει ιταλικούς σκοπούς ως σημείο αναφοράς.

Το ιταλικό σινεμά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, στην Ελλάδα το παρακολουθούσαμε στενά. Ύστερα επήλθε η σχεδόν απόλυτη «αμερικανοποίηση» κι από την Ιταλία έρχονταν μόνο τα έργα εκείνα των Φεστιβάλ όπως συνηθιζόταν πια και με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η επαφή με το μεγάλο μέρος του σινεμά είχε χαθεί. Το ίδιο είχε γίνει και με το ιταλικό τραγούδι. Κι έτσι, φτάσαμε στο σημείο να έχουν περάσει τα χρόνια και να διαπιστωθεί πως είχαμε αποκοπεί από την στενότερη μας σχέση. Αυτό έπρεπε κάποια στιγμή να αποκατασταθεί.

«Η αποκατάσταση μιας σχέσης» ήταν αυτό που μας απασχολούσε όλα τα χρόνια και θέλαμε να μπουν οι βάσεις για την ανάκτηση της χαμένης επαφής. Έτσι δημιουργήσαμε μια ομάδα ομάδα, με αυτόν ακριβώς το σκοπό: Να φέρει ξανά σε επαφή την Ιταλία με την Ελλάδα, τους Ιταλούς με τους Έλληνες.

Σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την ιταλική κουλτούρα, η οποία είναι ένας θησαυρός απεριόριστος, που αφορά στα πάντα και φτάνει μέχρι τη διάσημη ιταλική μόδα η παράδοση της οποίας κρατά από την Αναγέννηση που μεταλλάσσεται ως τις μέρες μας σε σχέδιο, χρώμα, φαντασία.

Το ιταλικό φαγητό, που είναι στην ουσία το «φαί του φτωχού» κι όμως η Ιταλία κατάφερε να το κάνει γκουρμέ, προβάλλοντας έτσι και την ουσία του πολιτισμού της που είναι κοντά στον Άνθρωπο κι όχι πάνω από τον Άνθρωπο. Δεν χρησιμοποιεί το φαγητό για να σνομπάρει ή να μειώσει τους ανθρώπους αλλά για να τους ανυψώσει μέσα από την καθημερινή ανάγκη της διατροφής και να τους κάνει πιο αισθησιακούς, πιο χαλαρωμένους, πιο ωραίους, μέσα από τη λεπτότητα της γεύσης των υλικών του απλού ανθρώπου.

Όμως η προσέγγιση αυτής της κουλτούρας, στην προσπάθεια τη δική μας, περνάει μέσα από το ιταλικό σινεμά. Περισσότερες από 30 ιταλικές ταινίες, από εκείνες που Ελληνες διανομείς δε έφεραν στη χώρα μας θα προβληθούν στους κινηματογράφους «Αττικόν και «Απόλλων».
 Σας παρουσιάζουμε λοιπόν την φετινή «Festa del Cinema Italiano», μια «γιορτή» του ιταλικού σινεμά, με ό, τι αυτό έχει να παρουσιάσει. Όλη τη βεντάλια των ανθρώπων και των ειδών που αυτή τη στιγμή παράγουν σινεμά στην Ιταλία κι όχι την παραδοσιακή αντίληψη περί «Φεστιβάλ» που ορίζεται και περιορίζεται στα προσωπικά πειράματα, πετυχημένα και μη, των «δημιουργών». Δημιουργοί είναι όλοι όσοι κάνουν σινεμά, και Τέχνη του Κινηματογράφου είναι όλα του τα είδη.

Θέλουμε να ξεκινήσουμε με επιλογές από το σινεμά της τελευταίας διετίας, από τις ταινίες εκείνες που δεν ήρθαν στο κοινό της Ελλάδας και στους κινηματογράφους της κι η επιλογή προέρχεται από τα έργα που ακούστηκαν στην Ιταλία, βραβεύτηκαν στα David di Donatello (Τα ιταλικά «Οσκαρ» όπως τα λένε πολλοί για λόγους συνεννόησης) αλλά κι εκείνα τα έργα που έσπασαν τα ιταλικά ταμεία για να δούμε και τι ήταν αυτό που ξετρέλανε, έστω και περιστασιακά τους πέρα από το Ιόνιο αδερφούς μας κι εμείς δεν το γνωρίσαμε.

Και βέβαια, παράλληλα με τον κύριο κορμό, ετοιμάζουμε αφιερώματα σε είδη και πρόσωπα, ξεκινώντας από την ιταλική κωμωδία ως προς τα είδη κι από τον Έλληνα σταρ της Ιταλίας Nicolas Vaporidis, ως προς τα πρόσωπα, που θέλουμε να τον γνωρίσουμε στους Έλληνες (από τη μεριά του πατέρα του) συμπατριώτες του.

Επιθυμούμε αυτό να γίνει θεσμός ετήσιος και στο μέλλον να φέρουμε κι άλλα πρόσωπα καθώς και είδη που δόξασαν και δοξάζουν το σινεμά της Ιταλίας. Για την ώρα, σας αποκαλύπτουμε τις πρώτες ταινίες την φετινής μας επιλογής.

La Nostra Vita - Η ζωή μας
«Η ζωή μας»…. Ο Κλάουντιο, που εργάζεται σε ένα μεγάλο κατασκευαστικό έργο στα περίχωρα της Ρώμης, που έχει ευτυχήσει με τη γυναίκα που αγάπησε και του έχει χαρίσει δύο παιδιά και τώρα περιμένει και το τρίτο. Κι όμως, η μοίρα τον χτυπάει αλύπητα. Οι συγγενείς πέφτουν δίπλα του για συμπαράσταση, ακόμα και για «προμήθεια» συντροφιάς. Μα παράλληλα με την τραγωδία του, είχε ανακαλύψει και τα απομεινάρια ενός Ρουμάνου λαθρομετανάστη στα χαλάσματα του εργοτάξιου. Κι αυτό το περιστατικό άνοιξε ένα λογαριασμό μαζί του που θα τον αντιμετωπίσει παρακάτω παράλληλα με το προσωπικό του δράμα ή ως μέρος αυτού.
Η ταινία ανήκει στις δυνατές της ιταλικής παραγωγής των δύο τελευταίων χρόνων και οφείλει πολλά στους δύο κύριους συντελεστές της. Τον σκηνοθέτη Ντανιέλε Λουκέτι και τον πρωταγωνιστή Ελιο Τζερμάνο που είχαν ξανασυνεργαστεί στο φιλμ που δεήσαμε να δούμε στην Ελλάδα, το «Ο αδελφός μου είναι μοναχοπαίδι». Κέρδισαν κι οι δύο στα φετινά «David di Donatello» ενώ ο Τζερμάνο είχε προηγουμένως περάσει κι από το Φεστιβάλ Κανών κι είχε μοιραστεί για αυτή την ταινία το βραβείο ανδρικής ερμηνείας με τον Χαβιέ Μπαρδέμ για το «Biutiful».
Κι οι δύο τους είναι από τις πιο υπολογίσιμες δυνάμεις του κινηματογραφικού ιταλικού «σήμερα». Ο Τζερμάνο εμβαθύνει εκπληκτικά στην ψυχολογία του ήρωα κι έχει την ικανότητα να την προβάλει και να τη δώσει και στους θεατές. Ο δε Ντανιέλε Λουκέτι είναι ένας ευαίσθητος καλλιτέχνης που το έργο το κάνει για πάρτη του, για τα πιστεύω του, για τη θέση που παίρνει απέναντι σε ζητήματα που καίνε, όπως της μετανάστευσης, ωστόσο το κοινό τον αντιλαμβάνεται και του το επιστρέφει, κάνοντας εισπράξεις μόνο στην Ιταλία άνω των 3 εκατομμυρίων ευρώ.
Στην ταινία συμμετέχουν και κάποιοι ακόμα εξέχοντες ηθοποιοί της σημερινής Ιταλίας. Ο ένας είναι ο Ραούλ Μπόβα, από τους σταρ – γόητες, που όμως επιτρέπει στον εαυτό του να ψάχνεται εξού και συμμετέχει εδώ σε β΄ρόλο πλάι στον οδοστρωτήρα Τζερμάνο. Τον αναγνώρισαν με υποψηφιότητα β’ ρόλου στα «David di Donatello»
Ο άλλος είναι ο Λούκα Ζινγκαρέτι. Είναι κρίμα που οι τηλεοπτικοί ιθύνοντες της χώρας μας κοιμούνται μακαρίως και δεν μας έχουν φέρει τη σειρά «Επιθεωρητής Μονταλμπάνο» όπου ο ίδιος ο συγγραφέας των βιβλίων που βασίζεται η σειρά,ο Αντρέα Καμιλέρι, δεν πίστευε όταν τον είδε πόσο «Μονταλμπάνο» ήταν. Κι είναι και φιλέλληνας, έχει κάνει μια σειρά στην Κεφαλονιά με τίτλο «Κεφαλονιά 1943» για τις σφαγές στις οποίες προέβησαν οι Γερμανοί μετά την ανακωχή της Ιταλίας. Αλλά τα κανάλια μας κοιμήθηκαν ξανά.


Il Grande Sogno - Το Μεγάλο Όνειρο
Το «μεγάλο όνειρο» του τίτλου δεν είναι άλλο από την επίδραση του γαλλικού Μάη 68 στην υπόλοιπη Ευρώπη και συγκεκριμμένα στην Ιταλία. Κι έτσι βρισκόμαστε στο 1968, σε μια Ιταλία που βράζει από κινήματα και φοιτητικές εξεγέρσεις. Σε ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο εισχωρεί φορώντας πολιτικά ένας μπάτσος, με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, που έχε ιως κρυφό μεράκι να γίνει ηθοποιός αλλά προς το παρόν βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία.
Θα γνωρίσει μια κοπέλα, θα την ερωτευθεί, θα μυηθεί στα στενά του κινήματος αλλά κάποτε η ταυτότητα του θα αποκαλυφθεί…..
Ο Μικέλε Πλάτσιντο, μας είναι περισσότερο γνωστός ως ηθοποιός, ωστόσο σήμερα θεωρείται στην Ιταλία από τα δυνατότερα ονόματα της σκηνοθεσίας. Η τηλεοπτική δουλειά του στα «Πλοκάμια της Μαφίας» ανέδειξε το ταλέντο κι από κει και μετά στον κινηματογράφο κάνει τη μία επιτυχία κατόπιν της άλλης με κορυφαίο το «Romanzo criminale» που, παραδόξως, αξιωθήκαμε να το δούμε στην Ελλάδα.
Το «μεγάλο όνειρο» το βασίζει σε προσωπικά του βιώματα από την εποχή εκείνη και ακολουθεί την παράδοση του πολιτικού φιλμ που η Ιταλία εξύψωσε σε είδος περιωπής , ειδικά στη δεκαετία του ‘ 70 όπου το μονοπώλησε αλλά και μονοπωλήθηκε από αυτό…. Στην ταινία του Πλάτσιντο είναι εμφανή τα στοιχεία της νοσταλγίας για μια νιότη και μια εποχή παράλληλα με το πολιτικό σκηνικό, την αναπαράσταση των εξεγέρσεων και την απαραίτητη storia d’ amore που το ενδυναμώνει.
Παίζουν μερικοί από τους εξέχοντες αυτής της περιόδου στη γειτονική μας χώρα, με επικεφαλής τον Ρικάρντο Σκαμάρτσο που το φετινό χειμώνα ερμήνευσε στη σκηνή «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» στη Ρώμη, στο Teatro Eliseo ενώ τον θυμόμαστε κι από την ταινία του Κώστα Γαβρά «Παράδεισος στη Δύση»
Από τα ταλέντα της εποχής είναι κι ο συμπρωταγωνιστής Λούκα Αρτζεντέρο (τον διάλεξαν κι από το Χόλυγουντ να παίξει δίπλα στην Τζούλια Ρόμπερτς στο «Eat, pray, love» το νεαρό που της μάθαινε ιταλικά στο πρώτο επεισόδιο της ταινίας) ενώ η Λάουρα Μοράντε είναι από τις πιο σοβαρές περιπτώσεις και την έχουμε στη festa πρωταγωνίστρια σε άλλα φιλμ….
Οι παλιοί φίλοι του ιταλικού σινεμά ίσως αναγνωρίσουν μια παλιά γνώριμη, την Οτάβια Πίκολο, βραβευμένη στις Κάνες για το «Μετέλο» του Μάουρο Μπολονίνι, συμπρωταγωνίστρια του Αλέν Ντελόν και πολλών άλλων στη δεκαετία 70. Εδώ παίζει την ηρωίδα όταν την ξανασυναντάμε ηλικιωμένη πιά.

Sorelle Mai - Αδελφές Mai

Ισως ξαφνιαστεί κάποιος με τη λέξη «προσωπικό» ως προς το είδος, όπως μπορεί να μπερδευτεί και με τον τίτλο. Ο τίτλος είναι απλώς «Αδελφές Mai». Το ιταλικό «ποτέ» γίνεται εδώ επίθετο της οικογένειας. Ως προς το είδος, όμως, είναι πράγματι κάτι απόλυτα προσωπικό, δείγμα κι αυτό της πολυεδρικότητας του ιταλικού σινεμά. Κι ο Μάρκο Μπελόκιο είναι από τους δημιουργούς που δεν έπαψαν να πειραματίζονται και φυσικά δεν είναι σκηνοθέτης του «μεγάλου κοινού» αλλά των φεστιβάλ, των κριτικών, των πειραμάτων μα πάνω από όλα ένας διαρκής έφηβος σε ηλικία κάπως προχωρημένη πλέον…
Την σκηνοθετική ικανότητα του, στο να κάνει ταινίες και για μεγαλύτερο κοινό, την έδειξε με το πρόσφατο «Vincere» οπότε δεν έχει ανάγκη.
Το «Sorelle mai» το χαρακτήρισε ο ίδιος «στοίχημα προσωπικό», μας αποκάλυψε ότι το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του από το 1965 όταν γύρισε την πρώτη ταινία του, το «Pugni in tasca», τις «γροθιές στην τσέπη», που κι εκείνες είχαν να κάνουν με την οικογένεια, θέμα προσφιλές σε όρια εμμονής, για τους Ιταλούς.
Το φιλμ εκείνο το είχε γυρίσει στην γενέτειρα του, την Pacenza, που βρίσκεται στην περιοχή της Εμίλια Ρομάνια, κάπου βόρεια της Μπολόνια. Επέστρεψε και πάλι, όχι μόνος αλλά με τους μαθητές του από το κινηματογραφικό εργαστήρι «Fare Cinema» που έχει δημιουργήσει, κι έκανε ένα φιλμ πάνω στην οικογένεια του ουσιαστικά χρησιμοποιώντας μέλη της αληθινής του οικογένειας εξού κι η σωρεία επωνύμων Bellocchio στους τίτλους.
Αφηγείται την ιστορία της οικογένειας Mai, τη χωρίζει σε έξη επεισόδια την κεντρική ιστορία, και την επικεντρώνει στη Σάρα, που θέλει να γίνει ηθοποιός και στις σχέσεις της με την κόρη της Ελενα, τον αδελφό της Τζιόρτζιο και μερικές θείες, οι οποίες είναι απαραίτητες σε κάθε ιταλική οικογένεια.
Για τη σκηνοθεσία του προτάθηκε στα David di Donatello του 2011 ενώ ήταν υποψήφιο και το μοντάζ.
Αναλυτικές πληροφορίες καθώς επίσης και trailer - φωτογραφίες των ταινιών & των δράσεων του Tutto Italia, μπορεί κανείς να βρει στα:

Σχόλια