Νίκος Κούρκουλος (1934 – 2007)

Ο Νίκος Κούρκουλος γεννήθηκε το 1934 στην Αθήνα. Γιος κουρέα, μεγάλωσε στου Ζωγράφου. Όπως λέει ο ίδιος, συναντήθηκε με το θέατρο τυχαία, από κάποια βιβλία που έπεσαν στα χέρια του. Όπως επίσης δήλωνε, τίποτα δεν θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία του προς το θέατρο από ‘κει και πέρα. Μεγάλοι θεατράνθρωποι που εκτιμούσε ιδιαίτερα ήταν ο Άγγελος Τερζάκης, που του έγραψε και την πρώτη του (εγκωμιαστική) κριτική και ο Μάνος Κατράκης, στον οποίο είχε απευθυνθεί όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο. Το μόνιμο ερώτημά του: «Με βασανίζει το ερώτημα αν έχω ταλέντο, αν είναι αλήθεια αυτό που λένε οι άλλοι ότι έχω ταλέντο... Λένε ότι είμαι καλός ηθοποιός. Εμένα όμως αυτό με βασανίζει καθημερινά. Και θα με βασανίζει ώσπου να πεθάνω»

Το 1958 αποφοιτεί από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και την ίδια χρονιά παίζει με τον θίασο Λαμπέτη - Χορν στην «Κυρία με τις καμέλιες». Αίσθηση προκαλεί το 1960 με την ερμηνεία του στη «Μικρή μας πόλη». Παράλληλα με τη λαμπρή κινηματογραφική του πορεία, χαράσσει μια ανάλογης λάμψης και ποιότητας τροχιά στο θέατρο. Το 1966 εμφανίζεται στο Μπρόντγουεϊ, πρωταγωνιστώντας με τη Μελίνα στην θεατρική διασκευή της ταινίας «Ποτέ την Κυριακή», σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν και με τίτλο «Ίλια ντάρλινγκ». Για τον ρόλο του (στην ταινία τον έπαιζε ο Γιώργος Φούντας) ήταν υποψήφιος στα θεατρικά βραβεία Τόνι.
Έντονη θεατρική δραστηριότητα αναπτύσσει από το 1974, όταν ιδρύει το θέατρο «Κάππα», στη θέση ενός παλιού κινηματογράφου στην Κυψέλη, τον οποίο αγοράζει. Πολλά τα έργα που ανέβασε από το παγκόσμιο δραματολόγιο: «Ταμπούρλα τη νύχτα», «Η όπερα της πεντάρας», «Γλάρος», «Επιστροφή», «Πρόσκληση στον πύργο», «Μονό ζευγάρι», «Ανταπόκριση», «Ψηλά απ' τη γέφυρα», «Στη φωλιά του Κούκου». Συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως τον Ζυλ Ντασσέν, τον Μίνω Βολανάκη, τον Διαγόρα Χρονόπουλο, αλλά σκηνοθέτησε κι ο ίδιος.
Το 1982 παίζει στην Επίδαυρο τον ρόλο του Οιδίποδα Τυράννου. Είναι η πρώτη σκηνοθεσία του Μίνου Βολανάκη με το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο.
Το 1995 αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο και ανέπτυξε σημαντικά. Αλλάζει τη μορφή του νομικού προσώπου από δημοσίου δικαίου σε ιδιωτικό. Με την έναρξη της διευθύνσεώς του το Εθνικό Θέατρο αποκτά το Παιδικό Στέκι, που εγκαινιάζεται με το έργο του Μ. Περώ Ωραία Κοιμωμένη. Το 1996 το Εθνικό περιοδεύει στις Η.Π.Α με το έργο Ηλέκτρα του Σοφοκλή. Την ίδια χρονιά ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Πειραματική Σκηνή, τον Άδειο Χώρο και το Εργαστήρι Ηθοποιών.
Οι μεγάλες περιοδείες συνεχίζονται και το 1997 με την ίδρυση του Θιάσου Περιοδειών Αρχαίου Δράματος και παρουσιάζονται τα έργα Μήδεια του Ευριπίδη και Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε πολλές πόλεις του εξωτερικού. Από το 2000 αρχίζει η διοργάνωση των Θερινών Ακαδημιών Θεάτρου για ηθοποιούς. Η Πρώτη Θερινή Ακαδημία Θεάτρου λαμβάνει χώρα στο Μονοδένδρι της Ηπείρου. Το 2003 διοργανώνεται η μεγάλη έκθεση θεατρικών κοστουμιών του Εθνικού στην Εθνική Πινακοθήκη.
Ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού, δύο φορές σχεδίασε να πρωταγωνιστήσει σε παράσταση, την πρώτη στη διλογία του Γκαίτε «Φάουστ», σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου, παραγωγή που ακυρώθηκε, και τη δεύτερη για να παίξει τον Ριχάρδο Γ' του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Σλόμπονταν Ουνκόφσκι, που επίσης ακυρώθηκε, λόγω της εμφάνισης της ασθένειάς του, το 2002.
Όσον αφορά την διεύθυνσή του, έλεγε χαρακτηριστικά: «είναι μια καρέκλα υπηρέτη και όχι άρχοντα. Δεν είναι καρέκλα μόνο για να διατάζει, να δίνει εντολές, αλλά και για να βοηθάει τους γύρω να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα».
Η τελευταία δράση του ήταν πριν από λίγο καιρό, όταν συμφώνησε με τον Πέτερ Στάιν να σκηνοθετήσει την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή. Τις επόμενες ημέρες σχεδίαζε να ανακοινώσει και τη δημιουργία της Σχολής Σκηνοθεσίας του Εθνικού Θεάτρου.

Σχόλια