Ο οίνος στην Αρχαία Ελλάδα

 Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές η πρώτη καλλιέργεια αμπελιού έγινε στην Κρήτη, ενώ για κάποιους άλλους στην Θράκη και χρονολογούνται  γύρω στο 1000 π.Χ. Στις Αχάρνες της Κρήτης μάλιστα έχει βρεθεί και έχει διασωθεί το πιο παλιό πατητήρι στον κόσμο. Όπως και αν έχουν τα πράγματα, οι Έλληνες διέπρεψαν στην οινοποιία, μονοπωλώντας σχεδόν την αγορά για αιώνες.
    Το εξαγωγικό εμπόριο των ελληνικών κρασιών ήταν πολύ καλά οργανωμένο και απλωνόταν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, μέχρι  την Ιβηρική χερσόνησο και φυσικά στον Εύξεινο Πόντο. Σε αντάλλαγμα του οίνου και του λαδιού οι Έλληνες εισήγαγαν δημητριακά και χρυσό από την Αίγυπτο και την Μαύρη Θάλασσα, χαλκό από την Συρία και την Κύπρο, ελεφαντόδοντο από την Αφρική. Ήταν μία από τις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες,γεγονός που αποδεικνύεται και από το πλήθος νομισμάτων που απεικονίζουν σταφύλια στη μια όψη και το Διόνυσο στην άλλη. 
Ο τρόπος παραγωγής του κρασιού δεν διέφερε ουσιαστικά από αυτόν των ημερών μας.Η αμπελουργία είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα ενώ αρκετοί ήταν οι φιλόσοφοι που κατέθεταν τις γνώσεις σχετικά  με το θέμα σε  ειδικά  συγγράμματα, όπως ο Θεόφραστος στο «Περί Φυτών Αιτίων» , ο Πλίνιος στο «Φυσική Ιστορία». Έτσι λαμβάνουμε αρκετές ενδιαφέρουσες πληροφορίες,λόγω χάριν ότι οι Έλληνες καλλιεργούσαν το αμπέλι κάτω στη γη χωρίς υποστηρίγματα. Η έκθλιψη ή εκχύμωση των σταφυλιών γινόταν ή με τα χέρια, αφού πρώτα αφαιρούσαν τους βοστρύχους ( κοτσάνια) ή με τα πόδια σε ληνούς (πατητήρια).Αυτός ο τρόπος διαρκεί για αιώνες και μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα μηχανικά πιεστήρια. Ένα οργανωμένο οινοποιείο κατά την ελληνιστική εποχή στέγαζε μία ληνό για την έκθλιψη των σταφυλιών, ένα χώρο απόθεσης των σταφυλιών ( σταφυλοδοχείον), και τουλάχιστον ένα ζεύγος πιεστηρίων για την εκπίεση των στεμφύλων.
Τα συμπόσια, εξάλλου των Αρχαίων Ελλήνων, είχαν γίνει θεσμός, απόκτησαν κανονισμούς και εθιμοτυπία. Πραγματοποιούνταν στην αίθουσα του σπιτιού που λεγόταν “ανδρών” ,ενώ οι προσκεκλημένοι στηριζόμενοι στο αριστερό τους χέρι ξαπλωναν στα ανάκλιντρα. Στην αρχή οι υπηρέτες έφερναν νερό για το πλύσιμο των χεριών και το συμπόσιο άρχιζε με σπονδή προς το θεό Διόνυσο, το θεό του κρασιού.  
   Στην αρχή, οι Έλληνες έπιναν το κρασί ανέρωτο, «άκρατον οίνον», αλλά αργότερα διαπίστωσαν πως πίνοντας νερωμένο κρασί, «κεκραμένον οίνον», μπορούσαν να αποφύγουν όλες τις δυσάρεστες συνέπειες του άκρατου οίνου.
    Έγινε λοιπόν γενικός κανόνας η ανάμειξη του κρασιού με νερό, σε αναλογία ένα μέρος οίνου, τρία μέρη νερού, ενώ η πόση ανέρωτου κρασιού θεωρούνταν βαρβαρότητα. Η μοναδική ίσως στιγμή της ημέρας που ο κοινός πολίτης της αρχαιότητας έπινε άκρατο τον οίνο του ήταν όταν  κάθε πρωί βουτούσε το ψωμί του στο κρασί.  

Σχόλια