Θαλασσινές μορφές της Ιστορίας και του μύθου στις Σπέτσες

Η Ναταλία Μελά κάνει εργασίες συντήρησης στο άγαλμα της Μπουμπουλίνας, εν όψει της Αρμάτας. 
Ναταλία Μελά
Σπέτσες, Ιούλιος 2010
(απο την παρουσίαση στη διημερίδα “Σπέτσες και Ναυτιλία” που οργάνωσε το ΓΑΚ/Τοπικό Αρχείο Σπετσών)
Κυρίες και Κύριοι,
Το θέμα για το οποίο θα σας ομιλήσω είναι για τους ήρωες και τους μύθους των Σπετσών. Είναι θέματα που με συγκινούν ιδιαίτερα, διότι ευρίσκονται συνεχώς στο σύθαμπο του δικού μου κόσμου.
– Θα είμαι σίγουρα ασαφής, διότι μεταχειρίζομαι για να εκφρασθώ ένα υλικό που δεν έχει σχέση με τα εικαστικά υλικά που χρησιμοποιώ συνήθως στη δουλειά μου, διότι όπως θα ξέρετε είμαι γλύπτρια. Να με συμπαθάτε λοιπόν ως ομιλήτρια.
– Ίσως το καλύτερο θα είναι να ξεκινήσω παίζοντας. Το παιχνίδι με διασκεδάζει, όπως και εσάς νομίζω. Έτσι θα αισθανθούμε άπαντες, ότι δεν είμαστε σκλάβοι της λογικής.
– Ας παίξουμε με τις λέξεις λοιπόν:
Θα κάνω ακροστοιχίδες τις λέξεις Μύθος και Ήρωες.
– Τι μου θυμίζουν λοιπόν τα πρώτα γράμματα του Μύθου;
Μ = Μέταλλο, μάλαμα, μέλι, μοίρα, Μάννα, μολύβι και Μέτρο Μέθη
Υ = Ύψος, υφήλιος, ύστερο, ύστερα, υπέρμαχος, ύβρις, ύλη, υγρό και υγεία.
Θ = Θεός, θάλασσα, θέαμα, θυμιατό, θυμάρι, θύρσος, θέατρο, θρόνος θάρρος θρήνος
Ο = όν, όνειρο, ορίζων, όρος, οίστρος, όψις.
Σ = Σωτήρ, σώμα, στύλος, σύνθημα, στόχος, σορός, στόλος, στρατός, σύναξη και συλλογή.
Και τώρα παίζω ξανά με τη λέξη Ήρωες.
Η = Ήμαρ, ήμαρτον, ήλιος, ήλος, ημέρα, ηνίοχος, ήπειρος, ηχώ
Ρ = Ροή, ρήξις, ροκάνι, ρόδα, Ραδάμανθης, ράδιον και ροπή, ρόπαλο
Ω = Ών, ωκεανός, ώρα, ωδή, ώθηση
Ε = Ελλάς και εορτή κι ακόμη έργο, εφόδιο και έπαθλο
Σ = Σφίγγα, σελήνη, σφενδόνη, στάχτη, σείστρο, στρόβιλος και σύμβολο ο σταυρός…
– Εδώ θα σταματήσω για να μη με περάσετε για τελείως τρελή ή σουρρεαλίστρια. Θέλω να σας παρασύρω στο σύθαμπο του δικού μου κόσμου. Θα ξεκινήσω λοιπόν με ένα «φετφά» δικό μου.
– Πριν από χιλιάδες χρόνια στην αρχή της ζωής οι άνθρωποι ζούσαν σε οικογένειες σαν τα ζώα. Ζούσαν, μα ύστερα ήρθε ο θάνατος. Ξαπλωμένος στο χώμα φαντάζει απόκοσμος  ο νεκρός. Ακίνητος, τα μάτια του κλειστά μοιάζει σαν να κοιμάται. Οι πιο κοντινοί του αγωνίζονται να τον ξυπνήσουν. Δεν κινείται, δεν αναπνέει, δεν λαλεί. Ούτε οι οδυρμοί ούτε οι χειρονομίες έχουν κανένα αποτέλεσμα.

Η Ναταλία Μελά (καθιστή) σε πίνακα του Γιάννη Μόραλη. Η άλλη κοπέλλα είναι η γυναίκα του Μόραλη.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ο πεθαμένος είναι μια μάνα. Τα μάτια της κλειστά. Κάτι περίεργο συνέβη, κάτι ανεξήγητο. Με την πάροδο του χρόνου η ακίνητη μορφή αρχίζει να σαπίζει. Πρώτα, φαντάζομαι, τη σκέπασαν με πέτρες, για να την προστατέψουν από τα όρνεα και τα άγρια θηρία. Θα έριξαν και χώμα, και έτσι έχουμε την πρώτη ταφή. Τα ζώα σ’ αυτές τις περιστάσεις, απλώς απομακρύνονται από το κουφάρι, γιατί τούς είναι ανυπόφορη η μυρωδιά του θανάτου… Ο άνθρωπος όμως;… Όχι, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο ο άνθρωπος κι άλλο τα ζώα. Ο άνθρωπος έχει μνήμη.
– Την νύχτα, σε ενόραση, τη βλέπει ζωντανή. Και να πώς, νομίζω, ότι θα έγινε το πρώτο άγαλμα, μιας μάνας ίσως.
Εκείνη τη μακρινή εποχή, όπου το υποσυνείδητο ήταν λιγότερο φορτωμένο με μνήμες, είχε και λιγότερα συμπλέγματα και δεν ήταν τόσο καταχωνιασμένο, όσο σήμερα. Τα όνειρα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Ο άνθρωπος πίστευε ότι η μάνα του ήταν ακόμα ζωντανή. Τέτοια είναι η δύναμις της ενόρασης, που θέλει να την αναστήσει.
– Φτιάχνει το πρώτο είδωλο. Ένα ξόανο την εικόνα μιας μάννας, αειθαλούς και πάντα στο πλευρό του. Έτσι έχουμε τα πρώτα αγάλματα. Στολισμένη με τη χρυσόσκονη της μνήμης στέκει για πάντα, θεά, δίπλα μας, προστάτιδα του θανάτου, δηλαδή της λήθης.
– Η μνήμη ανάγκασε τον καλλιτέχνη να μιμηθεί την φύση. Η αληθινή τέχνη είναι μίμηση της φύσεως. Το άγαλμα πρέπει να είναι αγλαόν.
– Ξεκίνησα να φτιάχνω το άγαλμα της Μπουμπουλίνας που ήταν ηρωίδα, διότι θυμόμουν τη Μητέρα μου που ήταν επίσης ηρωική.
– Η Μπουμπουλίνα έβλεπε μακριά, γι΄ αυτό εσκίασα τα μάτια της με το αριστερό χέρι, να μην την τυφλώνει ο ήλιος.
– Ατενίζει πέρα από τα πελάγη τις αλύτρωτες πατρίδες μας. Το δεξί της χέρι είναι έτοιμο να αρπάξει την κουμπούρα αν χρειαστεί. Ο σταυρός έχει τοποθετηθεί στο στήθος. Άφησα το πόδια της γυμνά, διότι έτσι στέκονται οι καπεταναίοι πάνω στα καράβια τους. Το δεύτερο δάκτυλο του ποδιού το έκανα μακρύτερο για να μοιάσει με τ’αρχαία μας αγάλματα. Τη θέλησα καμαρωτή και λεβέντισα. Όλες τις λεπτομέρειες του αγάλματος τις έχω μελετημένες, διότι το έχω κατασκευάσει με «λογισμό και μ’ όνειρο».
Έτσι δουλεύω.
– Με τον ίδιο τρόπο προσπάθησα να φτιάξω το άγαλμα του Μπαρμπάτση. Μόνο που τότε δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμη το πολυτιμότατο βιβλίο του Ανδρέα Αναστασίου Κουμπή, γι΄ αυτό στηρίχτηκα, μόνο, στο μύθο που έλεγε ότι ο Μπαρμπάτσης ήταν ένας νεαρός μούτσος, ένα θαλασσοπούλι δηλαδή, που έκαμε το ηρωικό ανδραγάθημα να κάψει την Τουρκική ναυαρχίδα.
– Να όμως που με βοήθησε πάλιν ο μύθος. Ήταν νέος ωραίος και ηρωικός. Τα κόκκινα φέσια των Ελλήνων Σπετσιωτών άνθισαν σαν κόκκινα τριαντάφυλλα γύρω από το ξωκλήσι της Παναγιάς της Αρμάτας. Μα τι πιο ωραίο από τους μύθους των Σπετσών.
– Γι’ αυτό έκανα κι εγώ άλλον ένα μύθο. Τη γοργόνα που κολυμπάει στο Αιγαίο και ρωτά τους καπετάνιους που το διασχίζουν: « Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» Άμα ο ναυτικός δεν ξαίρει την απάντηση « Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει» και πει ότι πέθανε, τότε η γοργόνα βουλιάζει το καράβι του. Άμα όμως πει τη σωστή απάντηση τότε καλοτάξειδο θα’ναι το καράβι του.
– Αυτή την Κυνάνη έφτιαξα. Ήταν, λέγει πάλι ο μύθος, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κατά λάθος είχε πιεί εκείνη το αθάνατο νερό, που είχε φέρει για τον αγαπημένο αδελφό, και έτσι έμεινε εκείνη αθάνατη και γυρίζει αλλόφρων στα πελάγη ρωτώντας για κείνον.
– Είναι περίεργο, ότι υπάρχει κι άλλη μια γοργόνα και αυτή σαν ελληνικός μύθος. Είναι, η Δελφίνη, αδελφή του Πύθωνα, στους Δελφούς. Όταν ήρθε ο Απόλλων και εκθρόνισε τον Πύθωνα, έπεσε κι αυτή στη θάλασσα κι έγινε κι αυτή μισός άνθρωπος μισός ψάρι. Βοηθάει τους ναυτικούς.
Τελειώνω την κουβέντα μου σαν άλλη Πυθία.
ΣΠΕΤΣΕΣ νησάκι μου, που πλέεις στη θάλασσα,
που φτιάχνεις καράβια δηλαδή τα ξύλινα τείχη.
Εσύ, που έχεις για θαυμαστικά του τοπίου σου τα κυπαρίσια.
Προίκα των κοριτσιών σου για να γίνουνε κατάρτια.
Σπέτσες με τους γλάρους και τα κοτσύφια να λαλούν
και με τους ψαράδες, τους ήρωες καπεταναίους και τους ναύτες.
Σπέτσες με τους αμαξάδες, τους ταβερνιάρηδες, τους χωροφύλακες και τα μορτάκια.
Τις μαργαρίτες σου την άνοιξη, το καλοκαίρι τα τζιτζίκια και το φθινόπωρο κυκλάμινα.
Σπέτσες με τις εκκλησιές και τους παπάδες.
Θέλησα να σε υμνήσω.
Χαίρετε.


http://spetses.wordpress.com/filoxenoumena/mela/

Σχόλια