Εντουαρντ Χόπερ: Ενιωθε αουτσάιντερ, αλλά δεν ήταν μόνος (+1967)

  • Οι πινελιές του είναι κάποτε υπερβολικά αδρές, ακόμη και αδέξιες, τα χαρακτηριστικά των προσώπων μάλλον ανύπαρκτα και το σχέδιο θα είχε περιθώρια βελτίωσης.
 «Πρωινό στη Νότια Καρολίνα» 

Δεν είναι ιεροσυλία να ομολογήσει κανείς ότι, ως ζωγράφος, ο Εντουαρντ Χόπερ δεν ήταν κορυφαίος. Από την άλλη, όπως είχε παρατηρήσει ο γνωστός κριτικός Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ, «αν ήταν καλύτερος ζωγράφος, μπορεί να μην ήταν τόσο σημαντικός καλλιτέχνης».

Διατρέχοντας την έκθεση «Μοντέρνος βίος: ο Εντουαρντ Χόπερ και η εποχή του», στο Μουσείο Γουίτνεϊ της Νέας Υόρκης διαισθάνεται κανείς πόσο δίκιο είχε ο Γκρίνμπεργκ. Αρκεί το ποιητικό «Εσωτερικό δωματίου στη Νέα Υόρκη» (1921) ή το θαυμάσιο «Επτά το πρωί» (1948), δύο έργα που υπαινίσσονται ότι αποτελούν σκηνές μιας υποβλητικής ιστορίας. Ακόμη περισσότερο, η έκθεση δικαιώνει όσους επιμένουν ότι αποτυπώνοντας στιγμιότυπα του αμερικανικού αστικού βίου, ο Χόπερ πέτυχε να αποδώσει τη μητροπολιτική εμπειρία στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο οικουμενικός χαρακτήρας του έργου του φωτίζεται ακριβώς μέσα από την τοποθέτησή του στο ιστορικό του πλαίσιο. Από τον Αλφρεντ Στίγκλιτς έως τον Πολ Στραντ, τον Εντουαρντ Στάιχεν, τον Τσαρλς Μπέρτσφελτ και τον Τζον Σλόουν, ογδόντα έργα -πίνακες, φωτογραφίες και φιλμ- καθοδηγούν τον επισκέπτη προς μια βαθύτερη κατανόηση του Χόπερ.

Η έκθεση εξετάζει την εξέλιξη του ρεαλισμού στην αμερικανική ζωγραφική μεταξύ 1900 και 1940, περιβάλλοντας τα έργα του Χόπερ με πίνακες και φωτογραφίες 34 ακόμη γνωστών δημιουργών. Φτάνοντας στη Νέα Υόρκη στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο Χόπερ βρέθηκε στη μέση μιας καλλιτεχνικής επανάστασης. Σε μια εποχή που οι συντηρητικές ακαδημίες καλών τεχνών υποδείκνυαν τη θεματική και το ύφος της αποδεκτής τέχνης, μια παρέα νέων αποφάσισαν απλώς να τις παρακάμψουν.

Αντλούσαν τα θέματά τους από τους πολύβοους μητροπολιτικούς δρόμους, τα φωτισμένα και θορυβώδη νυχτερινά κέντρα, τα ψηλά κτίρια, τις νέες αρχιτεκτονικές φόρμες, τις κομψές γυναίκες με τα ψηλά τακούνια και το τολμηρό βλέμμα, τα πλήθη που ξεχύνονταν ορμητικά στις λεωφόρους -ζούσαν με ενθουσιασμό την αυγή μιας νέας εποχής.

Η αληθινή έκπληξη είναι το έργο που ανοίγει την έκθεση: το «Μανχάτα», ένα δεκάλεπτο φιλμ του 1921, των Πολ Στραντ και Τσαρλς Σίλεϊ. Από τα πρώτα φιλμ της αβάν γκαρντ που γυρίστηκε στις ΗΠΑ, αποτελεί μια ωδή στη Νέα Υόρκη, που οι δύο δημιουργοί εμπνεύστηκαν από ποίημα του Ουόλτ Ουίτμαν. Παρακολουθώντας κι οι ίδιοι με δέος την άγρυπνη μητρόπολη που διαρκώς άλλαζε γύρω τους, δημιουργούν ένα κινηματογραφικό ταμπλό βιβάν όπου οι σκηνές εναλλάσσονται με στίχους από το ποίημα. Μετά το «Μανχάτα» πολλαπλασιάζεται η συγκίνηση που αποπνέουν τα έργα του Χόπερ.

Ακόμη και αισθητικά, άλλωστε, η συγγένεια είναι προφανής, εφόσον πρόκειται για τον πιο «κινηματογραφικό» ζωγράφο. Για τη χρήση του φωτός και την έννοια της πλοκής στο έργο του έχουν γραφτεί πολλά. Το ίδιο και για την επιρροή που έχει ασκήσει διαχρονικά στον Χίτσκοκ και τον Βέντερς.

Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης έκθεσης είναι ότι έχει κανείς την ευκαιρία να δει πόσο κοινοί ήταν οι προβληματισμοί και η αισθητική που μοιραζόταν με τους σύγχρονούς του φωτογράφους. Ειδικά οι φωτογραφίες ανύποπτων Νεοϋορκέζων από τον Πολ Στραντ, όπως και οι πίνακες του Χόπερ, μοιάζουν απόπειρες να απεικονιστεί στο χαρτί ή τον καμβά ο νέος άνθρωπος της πόλης στις πιο ιδιωτικές, ευάλωτες στιγμές του.*
 

Σχόλια