Τ’ αγνάντεμα - απόσπασμα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Ο ήλιος εχαμήλωνε κατά το βουνό, τα πρώτα πλοία είχαν γίνει άφαντα προ ώρας και η τελευταία γολέτα, μικρόν κατά μικρόν, εχώνευεν εις το μέγα πέλαγος.
Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόφους, κ’ έβγαζαν καυκαλήθρες και μυρόνια, κ’ έκοφταν φτέρες κι αγριομάραθα.
Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην.
Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα, και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της, κ’ έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών.
Και βαθιά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών, μελλόντων ν’ αναχωρήσωσιν αύριον.
“Σύρε, πουλί μου στο καλό – και στην καλή την ώρα”.

http://ellinisti.com/?p=3025

Σχόλια