Οι γυναίκες της Πίνδου



 
Εθαυμάσθησαν οι γυναίκες αυτές.
Όταν φύγαμε από τη Λάρισα για να πάμε στην Κοζάνη, στο Σαραντάπορο εκεί πέρα οι δρόμοι τότε ήτανε καλντερίμια και χωματόδρομοι, θυμάμαι εκεί επάνω πριν από τα Σέρβια ότι ήταν γυναίκες οι οποίες την δεύτερη ημέρα ακριβώς προς την τρίτη φτιάχνανε τον δρόμο, δηλαδή ρίχνανε πέτρες μες στις λάσπες. Από τότε, από την ίδια μέρα και βέβαια εν συνεχεία στην Ήπειρο εθαυμάσθησαν οι γυναίκες αυτές. Εθαυμάσθησαν πολύ γιατί μετέφεραν εκεί που δεν μπορούσε ούτε μουλάρι. Βάζανε στην πλάτη, μαθημένες αυτές, αυτές κουβαλούσαν νερό και ξύλα. Πήγαιναν στο ρουμάνι μια ώρες δυο, φορτωνόταν τα ξύλα στην πλάτη και τα μετέφεραν στα σπίτια τους μέσα στα χιόνια. Εκάνανε βέβαια μια προμήθεια από το καλοκαίρι για τον χειμώνα, κάνανε για ένα μήνα, από κει και ύστερα. Πηγαίνανε πλέον μέσα στα χιόνια...
(Προφορική μαρτυρία Τάκη Τράντα, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού,Μαρτυρίες 1940-1941, Αθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 103.)
Γυναίκες που κουβαλούσαν πυρομαχικά.
7 Νοεμβρίου 1940. Σήμερα σκοτώθηκαν δύο παιδιά του 33ου Συντάγματος και αυτό μάνιασε περισσότερο τους στρατιώτες. Φωνάζαν εμπρός για τη Ρώμη. Ο θάνατος αυτός αντί να μας δειλιάσει μας έδωσε περισσότερα φτερά για να κυνηγήσουμε τους Ιταλούς. Συνάντησα γυναίκες που κουβαλούσαν πυρομαχικά. Μία ήτο 88 ετών. Μία μου είπε κλείδωσε το μικρό σε μια καλύβα για να βοηθήσει τον στρατό. Το βράδυ είδα μια γριούλα να κρατά δυο μικρά και η μητέρα τους ζύμωνε ψωμί για τον στρατό με το φως δυο κεριών που είχε μέσα σ' ένα ποτήρι. Τα χιόνια, ο πάγος, το τρομερό κρύο, δεν φαίνονταν να τις τρόμαζε. Όλες γεμάτες χαρά ήθελαν να προσφέρουν στο στρατό ό,τι δεν μπορούσαν τα μεταγωγικά. Αλήθεια γυναίκες θαύμα. Τι διαφορά με τις πόλεις!
(Από το Ημερολόγιο Πολέμου του Αργύρη Μπαλατσού, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 1940-1941, Αθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 103)
Ζωντανό τείχος.
Οι νικηταί της Πίνδου προχωρούσαν. Καθώς έφτασαν στον ποταμό Βογιούσα κι είδαν οι ατρόμητες γυναίκες της Πίνδου πως το απότομο ρέμα εμπόδιζε τους σκαπανείς στη δουλειά τους, έκαναν αυθόρμητα κάτι, που ξανάγινε ύστερα στον Καλαμά και στο Δρίνο: μπήκαν οι ίδιες μέσα στα νερά και, πιασμένες σφικτά από τους ώμους, σχημάτισαν πρόσχωμα, που ανάκοβε την ορμή του ποταμού και ευκόλυνε τους γεφυροποιούς!
(Τάκης Ε. Παπαγιαννόπουλος, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού,Μαρτυρίες 1940-1941, Αθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 104)

Ο αντίκτυπος του πολέμου στην πολιτιστική ζωή
Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, τον Οκτώβριο του 1940, οι πνευματικοί άνθρωποι και οι καλλιτέχνες συνενώθηκαν με τον ελληνικό λαό και επιστρατεύτηκαν κι αυτοί στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν. Από τις πρώτες μέρες της εισβολής μερικοί Έλληνες διανοούμενοι, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο ’γγελος Σικελιανός, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος κατέθεσαν μια γραπτή δήλωση διαμαρτυρόμενοι για την "ιταμή αξίωση της φασιστικής βίας".
Η πολιτιστική ζωή στα μετόπισθεν και για όσο διάστημα ο ελληνικός στρατός βρισκόταν στο μέτωπο συντονίστηκε στο ρυθμό των πολεμικών γεγονότων.
Για να εμψυχώσουν τους Έλληνες στρατιώτες, αλλά και να παρηγορήσουν τους ανθρώπους που είχαν μείνει πίσω και αγωνιούσαν, οι καλλιτέχνες του θεάτρου, ηθοποιοί, τραγουδιστές και σεναριογράφοι, επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στα γεγονότα του πολέμου. Επιθεωρήσεις με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως "Κορόϊδο Mουσολίνι", "Πολεμικές Καντρίλιες ", "Aθήνα-Pώμη 
και φεύγουμε" αναδείκνυαν μια θεματική που πρόβαλλε τις ελληνικές νίκες, διακωμωδούσε την αποτυχημένη απόπειρα των Ιταλών να καταλάβουν την Ελλάδα και καλούσε όλους τους Έλληνες να δείξουν θάρρος και υπομονή. Αξέχαστα έχουν μείνει τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο που εμψύχωναν τόσο τον κόσμο στα μετόπισθεν όσο και τους στρατιώτες στα πεδία των μαχών.
Εκτός από τις επιθεωρήσεις και οι γελοιογραφίες ακολουθούσαν τα πολεμικά ανακοινωθέντα και τις ανταποκρίσεις από το μέτωπο. Γνωστοί σκιτσογράφοι όπως ο Φώκος Δημητριάδης, ο Αντώνης Βώττης, ο Γ. Γκεϊβέλης, ο Σοφοκλής Αντωνιάδης, ο Nίκος Καστανάκης, ο Στ. Πολενάκης και πολλοί άλλοι αξιοποιούσαν γόνιμα τη δύναμη του γέλιου για να ενισχύσουν το ηθικό του πληθυσμού.
Στα πεδία των μαχών βρέθηκαν και ζωγράφοι με την επίσημη ιδιότητα του πολεμικού εικονογράφου, όπως ο Ουμβέρτος Αργυρός και ο Γιώργος Προκοπίου ή υπηρετώντας ως μάχιμοι, όπως ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης και ο Γιάννης Τσαρούχης που αποτύπωσαν τις εμπειρίες τους στο έργο τους. Εξάλλου, πολλοί εικαστικοί καλλιτέχνες (Κωσταντίνος Παρθένης, Γιώργος Γουναρόπουλος, Περικλής Βυζάντιος, Δημήτρης Γιολδάσης κλπ.) φιλοτέχνησαν μεμονωμένα έργα εμπνευσμένα από το έπος του 1940-41. 
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά μέσα λαϊκής έκφρασης αλλά και ενημέρωσης, υπήρξαν οι λαϊκές εικόνες, λιθογραφίες επώνυμων ή ανώνυμων καλλιτεχνών, που τα θέματά τους ετούτη την περίοδο ήταν αποκλειστικά αφιερωμένα στα γεγονότα του πολέμου. Οι λαϊκές εικόνες παράγονταν με αδιάπτωτο ρυθμό και πριν καλά καλά στεγνώσουν τα λιθογραφικά μελάνια από τα πιεστήρια, οι εκδότες τις έβγαζαν στους αθηναϊκούς δρόμους ενώ κάποιες ποσότητες τις διοχέτευαν και στην επαρχία.
Με αυτή την τελευταία δραστηριότητα συνδέεται και η δημιουργία αφισών από γνωστούς χαράκτες, μέλη του εργαστηρίου χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού στη Σχολή Καλών Τεχνών, οι περισσότεροι από τους οποίους συνέχισαν ένα γόνιμο όσο και μαχητικό έργο κατά την περίοδο της Κατοχής.






Ο αντίκτυπος του πολέμου στην πολιτιστική ζωή

Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, τον Οκτώβριο του 1940, οι πνευματικοί άνθρωποι και οι καλλιτέχνες συνενώθηκαν με τον ελληνικό λαό και επιστρατεύτηκαν κι αυτοί στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν. Από τις πρώτες μέρες της εισβολής μερικοί Έλληνες διανοούμενοι, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο ’γγελος Σικελιανός, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος κατέθεσαν μια γραπτή δήλωση διαμαρτυρόμενοι για την "ιταμή αξίωση της φασιστικής βίας". 
Η πολιτιστική ζωή στα μετόπισθεν και για όσο διάστημα ο ελληνικός στρατός βρισκόταν στο μέτωπο συντονίστηκε στο ρυθμό των πολεμικών γεγονότων. 
Για να εμψυχώσουν τους Έλληνες στρατιώτες, αλλά και να παρηγορήσουν τους ανθρώπους που είχαν μείνει πίσω και αγωνιούσαν, οι καλλιτέχνες του θεάτρου, ηθοποιοί, τραγουδιστές και σεναριογράφοι, επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στα γεγονότα του πολέμου. Επιθεωρήσεις με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως "Κορόϊδο Mουσολίνι", "Πολεμικές Καντρίλιες ", "Aθήνα-Pώμη 

και φεύγουμε" αναδείκνυαν μια θεματική που πρόβαλλε τις ελληνικές νίκες, διακωμωδούσε την αποτυχημένη απόπειρα των Ιταλών να καταλάβουν την Ελλάδα και καλούσε όλους τους Έλληνες να δείξουν θάρρος και υπομονή. Αξέχαστα έχουν μείνει τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο που εμψύχωναν τόσο τον κόσμο στα μετόπισθεν όσο και τους στρατιώτες στα πεδία των μαχών. 
Εκτός από τις επιθεωρήσεις και οι γελοιογραφίες ακολουθούσαν τα πολεμικά ανακοινωθέντα και τις ανταποκρίσεις από το μέτωπο. Γνωστοί σκιτσογράφοι όπως ο Φώκος Δημητριάδης, ο Αντώνης Βώττης, ο Γ. Γκεϊβέλης, ο Σοφοκλής Αντωνιάδης, ο Nίκος Καστανάκης, ο Στ. Πολενάκης και πολλοί άλλοι αξιοποιούσαν γόνιμα τη δύναμη του γέλιου για να ενισχύσουν το ηθικό του πληθυσμού.
Στα πεδία των μαχών βρέθηκαν και ζωγράφοι με την επίσημη ιδιότητα του πολεμικού εικονογράφου, όπως ο Ουμβέρτος Αργυρός και ο Γιώργος Προκοπίου ή υπηρετώντας ως μάχιμοι, όπως ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης και ο Γιάννης Τσαρούχης που αποτύπωσαν τις εμπειρίες τους στο έργο τους. Εξάλλου, πολλοί εικαστικοί καλλιτέχνες (Κωσταντίνος Παρθένης, Γιώργος Γουναρόπουλος, Περικλής Βυζάντιος, Δημήτρης Γιολδάσης κλπ.) φιλοτέχνησαν μεμονωμένα έργα εμπνευσμένα από το έπος του 1940-41. 

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά μέσα λαϊκής έκφρασης αλλά και ενημέρωσης, υπήρξαν οι λαϊκές εικόνες, λιθογραφίες επώνυμων ή ανώνυμων καλλιτεχνών, που τα θέματά τους ετούτη την περίοδο ήταν αποκλειστικά αφιερωμένα στα γεγονότα του πολέμου. Οι λαϊκές εικόνες παράγονταν με αδιάπτωτο ρυθμό και πριν καλά καλά στεγνώσουν τα λιθογραφικά μελάνια από τα πιεστήρια, οι εκδότες τις έβγαζαν στους αθηναϊκούς δρόμους ενώ κάποιες ποσότητες τις διοχέτευαν και στην επαρχία. 

Με αυτή την τελευταία δραστηριότητα συνδέεται και η δημιουργία αφισών από γνωστούς χαράκτες, μέλη του εργαστηρίου χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού στη Σχολή Καλών Τεχνών, οι περισσότεροι από τους οποίους συνέχισαν ένα γόνιμο όσο και μαχητικό έργο κατά την περίοδο της Κατοχής. 




Σχόλια