O Μάρκος

Στήλη: Gathered Avant-garde Poets - Βία
 
Image
φωτό: Γ. Βούζνα

 
του  Νίκου  Κυριακίδη
 


  …Ήταν τρεις, όχι τη Δευτέρα, ...τέσσερις μέρες πριν.
  Τον συνάντησα και ήπιαμε έναν καφέ, κοντά στη δουλειά του... και θυμάμαι είχε αφύσικα κόκκινα μάτια.
  «Το κομπιούτερ», μου είπε.
  Τίποτε ενδιαφέρον ειδικά, ρωτούσε πότε θα στρώσουμε καμιά πόκα. Ψέμματα… για να θυμηθούμε τα παλιά, τον ξέρω εγώ... τον ήξερα πρέπει να λέω, πια…
  Θα συνηθίσω... είναι που βαριόταν να παίζει, χρόνια τώρα. Δεν είχε υπομονή και να σκεφτείς μας έμπασε αυτός όλους, μέσα.
  Το αρρωστάκι της πόκας, ο Μάρκος... φεύγαμε από γκόμενες και μάλιστα από εκείνες που τα κάνουν όλα για να μη χαλάσει το καρέ... «η αδρεναλίνη αυτή, δεν υπάρχει σε κανένα πατάκι.» Πλάκα είχε...
  Τίποτε σοβαρό, από κάτι ηλίθιους μακρινούς συγγενείς είχε βρεθεί κι αυτό, «μια μαλακία», έλεγε ο Μάρκος –«γενικών καθηκόντων». Υποτίθεται πως ήταν στο τμήμα παραγωγής για κάτι στατιστικά, «κάνω και τουαλέτες άμα λάχει».
  Και μήπως και σας ενδιαφέρει, τελευταία καθόταν μέχρι αργά στο γραφείο... και προχτές 7.30 τον πέτυχα… όχι κάτι συγκεκριμένο –«βαριέμαι το σπίτι, βάλε και τον καπιταλισμό, όλα μέσα και τον ξενυχτάμε τον νεκρό». 
  Ζόρια; Μια ζωή τα είχε, το ξέρετε... «Όταν τα έσοδα πλησιάζουν τα έξοδα, έχεις μάλλον πεθάνει». Από τα καλά του, ε;
  Τα ερωτικά οι άντρες δεν τα πολυρωτάνε, τώρα στην ηλικία αυτή θα τα ψάχναμε;
  Εδώ δεν τα λέγαμε αναλυτικά, σπόροι πούμασταν. Νομίζω ήταν κλασσικά συλλέκτης εμπειριών, αυτοκαταστροφικών κατά κανόνα και καθ’ επιλογήν, όπως λέει... Καλά θα το συνηθίσω -έλεγε- δεν είμαι και μελό… ούτε εκείνος βέβαια. Ειδικά εκείνος... να φανταστείς πως όταν μιλούσε για τότε, έλεγε «επί εποχής χωρίς κέντα».
  Κράτησε «η εποχή χωρίς κέντα», πέντε μου φαίνεται χρόνια, τόσα δεν ήταν; Αυτά δεν είναι της ώρας, να τα θυμόμαστε. Πολύ σκληρά.
  Πέρασε κι αυτό… μετά ολόιδιος, λίγο πιο βαριεστημένος. Δε λέω «κουρασμένος»... «Η κούραση είναι το τέλος», κι αυτό δικιά του κουβέντα, ήταν.
  Εν τω μεταξύ, έμενε και μακριά απ’ τη δουλειά... πόδια, λεωφορείο, μετρό και τούμπαλιν. Φανταστείτε πότε έφτανε, «γυμνάζομαι, γερή καρδιά και για τα υπόλοιπα όργανα, θα νοιαστώ άμα μεγαλώσω», χαχαχα...  Μιλάμε παιδί για να λατρέψεις αν τον άντεχες. Δύσκολος, τζαναμπέτης, αλλά δικός του και χωρίς να πάει να βγάλει κάτι. Ποτέ όμως... ποτέ!
 Να πούμε στο καρέ, τις λίγες φορές που σήκωνε το τραπέζι, έμενε όσο ζητούσαμε παράταση και κανόνιζε ο ίδιος πότε να τα χάσει πάλι, το γρηγορότερο δυνατόν:
  «Την επόμενη νύχτα θα τα φχαριστηθώ, από μεθαύριο είμαι μέσα.»
  Και ήταν μακριά πια απ όλους… πήγε εκεί στο βουνό.
  Και να του άρεσε κιόλας; Καμία σχέση... για μακριά πήγε, σκέτα.
  Αλλά είχε την υπέρτατη ηδονή, δικιά του έκφραση κι αυτό -να λέει- «τώρα ούτε μιλάω σε κάποιον, ούτε κανείς σε μένα». Τον κοιτούσαν, έπαιρνε το απλανές, ούτε κουβέντα, αραιοκατοικημένα κιόλας, καμία επαφή, τον βλέπαν, ψιλοφοβόντουσταν... Το ζόμπι του οικισμού, σε απομόνωση…
  Οικισμού..! Γούσταρε και τόλεγε, θυμόταν παλιές γειτονιές από νταμάρια να γίνονταν γειτονιές χειροποίητες, θυμότανε και καταπατημένες θάλασσες χτισμένες με «μέσον» πάνω στο κύμα σε κάτι ψευτοεξοχές. Οικισμός... Το σκηνικό και ιδίως η λέξη βέβαια, του άρεσαν κι ας έμενε κι εκεί, στο νοίκι. Ο από κάτω τόχε φτιάξει αυθαίρετο, μετά μπήκε όλος «ο οικισμός» εντός σχεδίου, έγινε και ο από κάτω ιδιοκτήτης, εισοδηματίας.
  Τώρα που ρωτάτε και το καλοσκέφτομαι, μπορεί απλώς να γούσταρε να μένει αργά μόνος στο άδειο γραφείο, να μην έκανε τίποτε... είχε και μιαν άγνοια χρόνου... κοίταζε συχνά το ρολόι, άμα και που τον ρώταγες την ώρα, έπρεπε να ξανακοιτάξει και πάλι, απαντούσε με αβεβαιότητα. «Ο χρόνος μου θα γραφτεί από άλλον... χαχαχα», ειδικά τα τελευταία χρόνια, πολύ συχνά, το άκουγα.
  Ενώ στο μπάσκετ ας πουμε, όταν βλέπαμε από την τηλεόραση πριν καν «σηκωθεί» για σουτ κάποιος έλεγε «καλά, μέσα αυτό» ή  «τούβλο αυτό, στο σίδερο» και έπεφτε μέσα, πάντα... και δεν είχε παίξει ποτέ του, κοντός άνθρωπος, αγύμναστος, αλλά το έβρισκε... τι να πω... εκεί, τον προλάβαινε τον χρόνο.
  Καλά εντάξει... με τ’ αθλητικά έτρωγε ώρες, βρέθηκε και ο αθλητικός τζόγος και παράτησε εντελώς τον ιππόδρομο... εκεί τα γούσταρε τα αλογάκια, αλλά έλεγε απ’ την αρχή «πάνε μέσα μόνο φάτσες μνημόσυνου» και δεν κολλούσε στο Δέλτα τότε, είχε τάσεις φυγής. Όχι, ο ιππόδρομος, ποτέ δεν έγινε η πρέζα του σαν την πόκα.
  «Κοίτα ρε κολλητέ, όλα είναι το ίδιο. Πορώνεσαι με νούμερο, με όνομα. Νούμερο αλόγου, νούμερο στη ρουλέτα, όνομα αλόγου, όνομα ομάδας... μετά λες μέσα σου καμιά μαλακία ανάλυσης, λες και πείθεσαι ότι είχε λογική που το διάλεξες, αλλά άμα και το όνομα σε φτιάχνει, ποιά φόρμα και ποιά σκοπιμότητα; Στο ζωντανό στοίχημα σαν ξεκινήσει... ξέρω ποιός θα κερδίσει, μη σου πω και λίγο πριν... αλλά τιμάς το όνομα –«Κορίτσι γρήγορο» σου λέει, άντε και πως να μη το παίξεις, το σαπάκι.»
  Από που ξεκίνησε το γεγονός; Ναι θυμάμαι μου είπατε, εξαφάνιση απ’ τη δουλειά, τα τηλέφωνα, το άδειο σπίτι με αίματα στο κρεβάτι του... εντάξει, το κινητό ήταν εκτός δουλειάς κλειστό πάντα, δεν έδωσα κι εγω σημασία, τηλέφωνο σπίτι δεν τον είχα πάρει, δεν τόχα για να πω τη μαύρη αλήθεια, δεν τόχε δώσει σε κανένα μας... είχαμε βρεθεί και πρόσφατα... κάτι είπε πως θα με πάρει εκείνος, αρχές άλλης βδομάδας.
  Το αίμα δικό του ε; 
  Πολύ; όχι… δεν σας ρωτάω εγώ, εσείς ρωτάτε, αλλά επειδή τώρα το μαθαίνω... με καταλαβαίνετε... εννοώ βλέπετε πιθανό να είναι νεκρός... ναι, κι η εξαφάνιση κολλάει σ’ αυτό έτσι..; Τα βράδια έφερνε ό,τι ψάρευε, σπίτι του. Μου είχε πεί για νάναι σίγουρος πως τα σεντόνια ήταν καθαρά, είχε πλάκα. Δεν ήξερε που τον έβαζε, αλλά με την απολύμανση, υστερία... και μετά ύπνο μοναχός σε καθαρά σεντόνια... ο Μάρκος, ρε γαμώτο.
  Η μάνα του, η αδελφή του, ειδοποιήθηκαν; 
  Όχι, δεν λέω και ξελέω… σας είπα. Ποτέ δεν ρωτάμε τα σεξουαλικά του άλλου, ό,τι μας πει μόνος, είχε πει μονάχα πως τις πήγαινε σπίτι του, πάντα, ή σχεδόν πάντα...
  Μπορεί και νάπαιζε κάποιο ξενοδοχείο «καθαρό», που και που.
  Εγω τον ξέρω καλά, καλύτερα από κάθε άλλον. Μετά από τότε… δεν έψαχνε γυναίκα, να φύγει η πίεση -σκέτα, εκεί είχε και το πολυ πρόβλημα. Αυτό το στυλάκι που γούσταρε, τον έφτιαχνε να ξεχαρμανιάσει, ξέρετε... μικρές με τατού, πανκιά, τρελές τύπισσες αυτά, δεν... βέβαια αυτά τα παιδιά θέλουν μουσκουλάδες, θέλουν ψιλοόμοιους, έσκαγε μύτη σαν τον κλητήρα στο κωλόμπαρο. Πάντα κατέληγε σε καμιά άσχετη -άντε ένα κάτι τι, νάχε απ’ όσα τον φτιάχναν- ή έπειθε τον εαυτό του, πως έχει… μόνος τα έλεγε. Όχι! δεν έλεγε αν την έβρισκε, α ναι, έλεγε καμιά φορά... μια δόση δηλαδή, τόπε, «όσο βρίσκω πεντάδα στο στοίχημα». Δεν έβρισκε, χαχαχα, έβαζε όλα τα τρελά μαζί και του λέγαμε...καλά καταλαβαίνω, δεν ενδιαφέρουν αυτά, τώρα.
  Ναι, αυτό το ξέρω. Απο μικρός και όσο μεγάλωνε δεν άλλαζε, αλλά τώρα δεν είχε και ενδιαφέροντα, είχε σχεδόν κόψει πια το διάβασμα, είχε αραιώσει το γράψιμο (εσείς τα μετράγατε και προσεκτικά) ούτε τη μουσική του δεν άκουγε, δεν είχε καν πια κοντινή οργάνωση ν’ ασχολιέται… τι; Ναι, κατά καιρούς ναι, πάντα για λίγο όμως... έφευγε έγκαιρα (σας τάχει πει τόσες φορές, ακόμη δεν τα πιστεύετε, αστείο πράγμα) τώρα πια όχι, δεν μίλαγε πολιτικά, «μιλάνε αυτά πια καλύτερα μόνα τους», έλεγε... και άμα και γινόταν κουβέντα, την έκανε. Τότε δεν ήταν εύκολο, ποτέ δεν ήταν εύκολο για τον Μάρκο... και τώρα σας τόπα ήδη, διάβαζε λίγο, πολύ  λίγο. Αυτός όμως μας τάχε μάθει όλα, λέμε συνήθως, «γι’ αυτό φοράει τις γυαλούμπες, μικρός διάβαζε υστερικά».
  Και διάβαζε και γρήγορα, μια τζούρα ολόκληρο και μετά μια ακόμη φορά, αρχή-μέση-τέλος και μετά σε επιλεγμένα σημεία να κολλάει, να τα σαπίζει στο διάβασμα. Και τα μαθήματα έτσι τα διάβαζε, είναι ανεξήγητο το πως πέρναγε… να πεις η εξυπνάδα του; Εντάξει, αλλά το ξέρετε, στις εξετάσεις πιο πολυ μετράνε τα όμορφα γράμματα, απ’ την εξυπνάδα.
  Μα αφού δεν ξέρω τίποτε για το γεγονός, ούτε για πριν, θα το έλεγα... αν είχατε βρεί πτώμα να σκεφτόμουν κάτι τώρα, λείπει έως κι αυτό... κάποιος τον πήρε μαζί του… ποιός να σας πει κάτι για τις τρεις αυτές μέρες. Με τρείς ανθρώπους μίλαγε, με κανέναν δεν βρέθηκε, έχουμε και «άλλοθι», πως το είπατε; Πλάκα έχει... να περνάει απ’ το νου σας, πως εμείς… καλά, ξέρω πως πρέπει να το κοιτάξετε από παντού, άνθρωπος χάθηκε…
  Και νάταν από νυχτερινή επίσκεψη που έφερε, ούτε κλοπή, είπατε… και γιατί να μην αφήσει το πτώμα εκεί; 
  ...Αυτό είναι μια φήμη, είχε βγεί τότε. Θα το ξέρατε εσείς -μη μου πείτε όχι- πάντα τον είχατε από κοντά… δεν υπήρχε παιδί, κι εκείνη η Όλγα μάλλον δεν ήταν ποτέ μαζί του.
  Της παρέας, μεγάλης τότε, ήταν... και ήταν άλλων γούστων. Δεν την ήξερα, αλλά η Φλώρα μου είπε πως τη βρίσκαν μαζί, γκόμενά της καθαρά... Νομίζω, γούσταρε να μιλάει με τον Μάρκο, το περίεργο είναι πως γούσταρε κι εκείνος. Να τον έφτιαχνε λίγο η Όλγα επί ματαίω, παίζει. Αλλά που παιδί και τέτοια, αυτός δεν είπε ποτέ πως την πήρε… αυτό θα το έλεγε, νέτα-σκέτα αλλά θα το έλεγε.
  Τα χρωστούμενα σε ξένους ήταν πια όλα πληρωμένα, μέναν κάτι δάνεια σε τράπεζες, αλλά όχι με τοκογλύφο, είχε κόψει παρτίδες μια δεκαετία πια.
  Ναι, με τη γριά μένει η Μαιρούλα, «ατυχήσασα» και ήταν κουκλί στα νιάτα της, δηλαδή και τώρα είναι όμορφη, αλλά με σπασμένα νεύρα. Ήθελε κοινωνική ανέλιξη η Μαίρη, πήρε ένα μαλάκα πουρό γιατρό, της άλλαξε την Παναγία. Με το παιδί τώρα, με μια άρρωστη μάνα στο ίδιο σπίτι... τρεις γενιές μαζί, που λέει κι ο Πάουντ... ναι παρασύρθηκα, δεν θα λέμε για άσχετα πράγματα τώρα. Δεν τον επισκέπτονταν ποτέ, αυτός πήγαινε τακτικά -στη «μάνα» έλεγε- αλλά για λίγο, μιλούσε στη Μαρία κυρίως... κανείς ποτέ δεν ήξερε πόσο και ποια επαφή είχε με την αδελφή του. Με τη μάνα του την κανονική... όπως όλοι μας.
  Από την τελευταία φορά, που τον είχατε πιάσει, εντάξει... το ξεχνάμε. Έλεγα αν  υπήρχε άλλο πρόσωπο να βρίσκεται στη ζωή του και να μην το ξέραμε, αλλά το ξέρετε εσείς, φτάνει.
  Νομίζαμε πως κάτι έκρυβε πάντα κι όχι από ψέμα, σαν γιατί δεν θα το αντέχαμε και είχε αντέξει η φήμη. Λέτε και τώρα να ζει, να κρύβεται; Τι να πω...
  Το αίμα... μπορεί να το μάζευε ο τρελάρας για να κάνει κάνα εφέ... α! εντάξει, υπάρχουν μαλλιά και δέρμα... εντάξει, όλες του οι κλωστές, λοιπόν.
  Κάποιος χωρίς να κλέψει κάτι, χωρίς να θέλει να τον αφήσει σε δημόσια θέα τον «έβγαλε σαν σε βόλτα», τρελά πράγματα.
  Είχε και λίγα ίχνη σπέρματος στα σεντόνια... μια ψαρεμένη λοιπόν, αλλά με συνεργό, έτσι δεν πάει; Γιατί και πως να τον κουβαλήσει μόνη... και πάλι, όπως λέτε κι εσείς «λείπει το κίνητρο».
  Ό,τι λίγο πια έγραφε, σε μας το έδειχνε. Όχι, δεν έγραφε λίγο επειδή σας φοβόταν... σιγά τώρα πια; απλά –το ’πα και στην αρχή- είχε πια κουραστεί... τελευταία δεν θυμάμαι, πρέπει νάταν κάτι για τα «οριζόντια κινήματα», ήθελε να το πιάσει αναλυτικά, τόχαμε συζητήσει πολλές φορές, αλλά έτσι αποσπασματικά... τίποτε πιο αιμηρό δεν έγραψε τελευταία.
  Και βέβαια, όχι... ποια να δούμε; δεν ήταν γκόμενες, καμία δεν είχαμε δει. Όχι πως μερικές δεν ήταν πιο επαναλαμβανόμενες σαν όνομα, αλλα ήταν επί τούτου... ούτε όλα τα ονόματα δεν ξέρω, έλεγε ονόματα απ τις χυλόπιτες συνήθως... Έπαιρνε χάπια, τώρα εμένα περιμένατε... δεν το ξέρετε; Αρκετά, αλλά ευτυχώς ήταν καλά... «ευτυχώς ήταν καλά», τι λέω; Τώρα που δεν υπάρχει ούτε δέρμα, πια.
  Νομίζω αυτό έχει αποδειχθεί πια, έτσι δεν είναι; Δυο φορές ανακριτής και εισαγγελέας και στη μια δίκη, με πρωτόδικη απόφαση. Έγραφε πάντα μετά καμιά βδομάδα... μια δική του «προκήρυξη», σαν απάντηση στη δημοσιευμένη, εκεί φαίνονταν όλα, αν πίστευε πως είναι «πειραγμένη», ή ανώριμη -ένα ξεκάβλωμα πιτσιρικάδων- φαινόταν και πάντα η  άποψή του για το ίδιο το χτύπημα. Με την ίδια γνωστή υπογραφή, από τον ίδιο γνωστό συντάκτη... λέγατε -ανόητη μετά συγχωρήσεως σκέψη- ξεκάρφωμα... Αυτά όλα πέσαν όλες τις φορές χάμω, έτσι για πλάκα... ξεκάρφωμα χαχα... από γνωστό συντάκτη... ελάτε, δεν ήταν ποτέ γι΄ αυτό... ήταν πάντα, για τότε! Για ολόκληρη την ιστορία, με το πριν, το κυρίως πιάτο και το μετά της, όλα για την ισοπέδωσή του όλα για  την «εποχή χωρίς κέντα». Και τι να ισοπεδώσετε άραγε... αυτός είναι... ναι, ήταν, ένα νευρόσπαστο με σκοινάκια πια, μόνο που ακόμη πονούσε... όχι, αλλά να!... έρχεστε ανακριτικά, σωστό! ρωτάτε κι εμένα, σωστά -με αντιμετωπίζετε σαν δυνάμει ένοχο- και είχατε κάνει τον Μάρκο κάτι σκέτα, αξιοπρεπή βογγητά. Τώρα πάει, έτσι είναι... θα γράψουν κάνα μονόστηλο οι αγωνιστές του κώλου διορισμένοι, οι «αγαπησιάρηδες  βολεμένοι» πούλεγε. Μπορεί να βρεθεί και κάποιος μαλάκας να πει για διαταραγμένη και αντιφατική προσωπικότητα… τρίχες, ακούστε με, τρίχες. Ένας πιτσιρίκος που γερνούσε πια απ’ έξω, που γεννήθηκε και του έμεινε νάναι πάντα μόνος... εμείς; κάτι γνωστοί χατζηαβάτες από απόσταση ασφαλείας πάντα, και φοβιτσιάρηδες. Σκυφτοί συνήθως, μη και τον κοιτάξουμε στα μάτια. 
  Είχα πάει δυο φορές στο σπίτι, ήταν νωρίς απόγευμα Σαββατοκύριακο, μου έδειχνε και γελούσε εφημερίδες με ανοησίες, κάποιοι παλιοί «σύντροφοί του», του τα χώναν ακόμη στο ίντερνετ, τα κοίταζε. Όταν είχαν μπινελίκια προσωπικά, γελούσε, όταν είχαν απαντήσεις «επί της ουσίας» έπαιρνε ένα... σαν μπροστά σε κουράδα ύφος... αηδία και δυσφορία. Το τηλέφωνο το σταθερό, αν δεν ήταν κομμένο, δεν χτυπούσε πάντως… και η μάνα του ακόμη, τον έπαιρνε στο κινητό. Ήταν κλειστό κι αυτό, το άνοιγε να δεί τις κλήσεις, κάνα μήνυμα, μπας και  πάρει μετά. Εσείς τώρα που μπήκατε σπίτι του, δούλευε το τηλέφωνο; Πλήρωνε τόσο πολύ λογαριασμό... καλά το ίντερνετ, αλλά που οι κλήσεις; Σε πολλά νούμερα... και εδω, σε μένα; Αποκλείεται… διάρκεια μηδενική, συνήθως... δηλαδή έπαιρνε και το έκλεινε εννοείτε; Γιατί; Δεν έχω ψηφιακό, δεν αναγνωρίζω κλήσεις, τόξερε, άσε που ο Μάρκος δεν κόλωνε πουθενά... Από ώρες; ...δεν καταλαβαίνω... ναι, κάποιες φορές δεν μιλάνε, το κλείνουν... μονάχοι άνθρωποι σαλεμένοι, άντε κάτι γιαγιάδες που παίρνουν λάθος αλλά αυτές μιλάνε, που και που καμιά βρωμοιστορία παλιά...
  Όχι άλλες ερωτήσεις, είναι κουτό...
  Πεινάω, το στομάχι είναι χάλια, δεν έχω κοιμηθεί καλά και μετα συγχωρήσεως δεν είσαι η πιο ευχάριστη παρέα.
  Ο Μάρκος «αυτοκτόνησε» μικρός, μεγαλύτερος, μεγάλος… δηλαδή τον σκότωσαν πολλοί, πολλοί...
  Εγώ του το χρωστούσα, τον πήγα για ξεκούραση, είναι βαλμένος ανάποδα, εκεί που πάντα γούσταρε...
  Θα τα πω όλα αναγκαστικά, όχι τώρα... καμία λεπτομέρεια τώρα, σιχαίνομαι τους ρόλους που παίζουμε τόση ώρα, τόσα χρόνια… να τελειώνουμε κύριε αστυνόμε.

Σχόλια