Κάποιες σκέψεις για το Γύμνασμα του Νίκου Κυριακίδη






Μετά τη 2η ανάγνωση…

Γύμνασμα…
Σε τι;
Ως προς τι;
Γύμνασμα για τι;

Σιγά σιγά όμως και με το μαλακό ας τα πάρουμε. Γιατί αμέσως με το που κράτησα το ολιγοσέλιδο τούτο βιβλίο στα χέρια μου ζαλίστηκα.
Από τι;
Από τη δύναμη της εικόνας. Για το εξώφυλλο μιλώ.
Δέχθηκα μια ολομέτωπη επίθεση καλύτερα ας πω από τη θάλασσα που αναπαύεται ανάμεσα στα βράχια και το μενεξεδί ορίζοντα να στέφει μελαγχολικά ή και με την υπόσχεση μιας ρόδινης αυγής το ανάγλυφο του κόσμου.
Δεν το περίμενα όλο τούτο.
Και γιομάτες όλες οι σελίδες με την ίδια εικόνα. Φόντο ασπρόμαυρο. Τα χρώματα σβηστά, απόντα, φαντάσματα.
Φροντισμένο το σπίτι αυτό που φιλοξενεί στα δώματά του το στοχασμό σου Νίκο. Βαρυφορτωμένο, είπα στην αρχή και απόρησα, τ’ομολογώ. Μουστρούφιασα, το λέω. Σκέφτηκα όμως πως όλα έχουν τη θέση τους και πως εσύ δεν άφησες τίποτα στην τύχη. Κάποιος λόγος σπουδαίος υπάρχει για την εκλογή ενός τόσο δυνατού σκηνικού.
Κι ό,τι έχει δύναμη είναι κι επικίνδυνο…

Λέγαμε παλιά κι ακόμα λέμε πως στα βιβλία ποίησης δεν θα πρέπει τίποτε να αποπροσανατολίζει, να ξεστρατίζει το μάτι του αναγνώστη. Ο λόγος πρέπει να είναι ο πρωταγωνιστής κι όχι στολίδια, εικόνες και ‘φασαρίες’ πλουμιστές…
Υπάρχουν ακόμα εκδοτικοί οίκοι που το τηρούν αυτό. Στην ποίηση μόνο. Η ποίηση προσφέρεται όπως το ψωμί και το νερό στον ασκητή. Και φόντο η έρημος. Κίτρινο χαρτί και άγρια γραμματοσειρά σαν την ανάσα του ερημίτη.
Δεν έχω καταλήξει. Λέω να περιμένω. Πρώτα να διαβάσω.
Γιατί όταν έχουμε να κάνουμε με τη δική σου γραφή, οι βιαστικές ματιές δεν έχουν θέση. Το ωραίο και υποβλητικό σύμπαν θα έχει το λόγο του να ανασαίνει πίσω απ’τις λέξεις σου, το δίχως άλλο.

Η θάλασσα…

Και το κρατώ αμέσως…

Λέξεις-ήλιοι... Έχουν τη δύναμη να στέκουν στο στερέωμα, άστρα αληθινά. Εκεί είναι πάντα, είτε σηκώνεις το βλέμμα να τα δεις είτε είσαι βουτηγμένος στη μέριμνα και τα αγνοείς. Μα εκεί είναι πάντα.
Κι αυτές οι λέξεις από μόνες τους ορίζουν. Και διατάσσουν. Και νομούν. Τι; Τον κραταιό τους χώρο και την άλω της ευγένειάς τους. Όμορφο όλο αυτό…
Κι ό,τι έχει ομορφιά είναι επικίνδυνο…

Θέλει αναγνώσεις ο χάρτης τ’ουρανού σου φίλε μου Νίκο. Γιατί με το πρώτο δεν μπόρεσα να βρέξω τα χείλη μου σε τούτη τη θάλασσα. Κάτι ένιωσα να με πικρίζει και κάτι άλλο να με προσκαλεί.
Ακόμα και με το δεύτερο…
Το νεύμα σου το ένιωσα περισσότερο παρά το διάβασα.
Αλλά είπαμε… είσαι ένας χάρτης που απαιτεί εκτός από την εμπειρία του πολυταξιδεμένου και τις ορίζουσες του μύστη. Κι αλλιώς δεν γίνεται όταν έχουμε να κάνουμε με ποίηση… κι όχι με προσποίηση…
Ή το χειρότερο, με αντι-ποίηση…

Κριτικός δεν είμαι ούτε και φιλόλογος και δεν πρόκειται να πέσω στα ναρκοπέδια των ‘κατατάξεων’ και των ‘αισθητικών αναλύσεων’… όχι βέβαια. Και ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με πονήματα ύπαρξης. Και στη γραφή σου, ο πυρετός της ύπαρξης καίει περισσότερο κι από την άσφαλτο τον Αύγουστο. Καίει και κοχλάζει. Μόνο που τούτο γίνεται μ’έναν ήρεμο τρόπο. Ήρεμο και ροϊκό, όπως ακριβώς αφηγείσαι. Και αφηγούμενος ίπτασαι σε ένα επίπεδο παραπάνω. Μιλάς ποιητικά και ποιείς αφηγούμενος.
Δεν είναι εύκολα αυτά τα πράγματα.

Ακόμα δεν έχω γράψει τίποτα.
Ακόμα φλυαρώ γιατί εγώ είμαι κάποιος άλλος κι όχι εσύ φίλε Νίκο που η οικονομία σου είναι αυστηρή και δωρική κι έχει τις γραμμές που’χουν οι κίονες του Παρθενώνα. Δωρικά ποδάρια πάνω σε ιωνική γη…

Έλεγα πως δεν είμαι κριτικός αν και παλιότερα το απετόλμησα για ένα φεγγάρι κι αυτό. Και το έπραξα. Ο αναιδής. Έτσι, περισσότερο ως άσκηση γραφής και ύφους και εργασίας και για να τεντώσω μερικές χορδές μου.
Βλέπεις, όταν γράφεις για το πόνημα ψυχής και πνεύματος κάποιου άλλου, παράξενα πράγματα συμβαίνουν. Όχι στον άλλο βέβαια. Σε σένα. Κι αυτά είναι ωραίο να τα παρατηρείς και να τα σημειώνεις…
Μου ζήτησες να είμαι αυστηρός μαζί σου και ξέρω πως το εννοείς. Όμως νομίζω πως ήδη εσύ είσαι αρκετά αυστηρός με τον εαυτό σου και τη Γύμνασμά σου αυτό ανασαίνει απ’την αρχή ως το τέλος. Για την ακρίβεια, ειδικά στην αρχή και στο τέλος…

Γύμνασμα…

Μάτι τοπογράφου. Ασκημένο να σαρώνει το πεδίο και τον ορίζοντα με σπουδή και ακρίβεια. Να αναζητά και να βρίσκει ανάμεσα στα ελάσσονα το μείζον κι ανάμεσα στα πλείονα το ολίγιστο. Περισσότερο ακόμα, ανάμεσα στα ορατά το αόρατο…
Χέρι χειρουργού. Ασκημένο ταχύτατα να λειτουργεί και να βρίσκει το βέλτιστο δρόμο. Και αναζητώντας βρίσκει…

Γύμνασμα κι εδώ…

Τούτο το Γύμνασμα είναι μόλις 32 σελίδες. Θα μπορούσες να το αναπτύξεις σε 132 κι ακόμα περισσότερες. Αλλά τότε δεν θα ήσουν εσύ. Θα ήταν κάποιος άλλος. Κι όπως θα έλεγε και ο Φρειδερίκος της μεταξίωσης, προσέξτε να μην με περάσετε για κάποιον άλλο
Γράφω πολλά και στα βαθιά δεν μπαίνω.
Όχι ακόμα.
Μετά την 3η ανάγνωση.
Λίγη υπομονή ακόμη φίλε μου.
Τούτο πόνημα το αξίζει. Και το ξέρεις.

Η θάλασσα…

Αυτήν κρατώ και σπεύδω να σε μελετήσω πάλι…



Μετά την 3η ανάγνωση…

Να πιάσω την αρχή ή να πιαστώ απ’το τέλος;
Θάλασσα… πάει να πει μνήμη;
Θάλασσα… κι αιώνια λήθη;
Ούτε το ένα ούτε το άλλο λέω εγώ που μεταφράζω στα δικά μου όσα εσύ δωρίζεις. Εσύ που έγραψες.
Θάλασσα και ταραχή βυθού;
Ή μήπως θάλασσα και συντεταγμένες τ’ουρανού απ’τον εξάντα του Χρόνου;

«Είσαι ταγμένος
Καθόλου εκλεκτός
Απλά υποχρεωμένος
Οφείλεις»

Αυτό γιατί το κάνεις αδελφέ μου; Επίγραμμα στον τάφο του Ανθρώπου στο διηνεκές.
Καλώς το κάνεις.
Γιατί όποιος εισέρχεται στο μεταίχμιο του ‘μόλις’ κι ας μην το ξέρει, νιώθει… το χρέος (οφείλεις) όπως ο εγκλωβισμένος στο σπήλαιο του Πλάτωνα. Οφείλω να υπάρξω και ας χρεωθώ την ύπαρξή μου στο Αχανές…
Στα χαρακώματα λοιπόν…
Συνεχή ραπίσματα η γραφή σου Νίκο.
Απ’την αρχή
Ανελέητος
Οξύς
Όρθιος

‘Εγώ έχω σχέση αίματος
με μάσκα’

Τσακίζεις τα κόκαλά σου χτυπώντας τα πάνω στη σάρκα σου.
Γίνεται;
Γίνεται όπως ο Οιδίποδας έδειξε κάποτε το δρόμο βγάζοντας τα μάτια του.
Ναι, γίνεται.
Κι άλλο ταξίδι
Κι άλλα ραπίσματα

‘Σχεδόν χωνεύουν την ίδια ώρα’

Και μην λησμονιέσαι λέω στον εαυτό μου. Έχεις τη μεγάλη αποσκευή σου.
Η θάλασσα όριο και ελευθερία και σύνορο και φυλακή
Σύμβολα, αρχέτυπα, παρηκμασμένα είδωλα, νοητικές εποπτείες χωρίς δόξα.
Μεγάλα βάθη και μεγάλος τρόμος…
Σελίδα τη σελίδα
Γραμμή τη γραμμή…

Διδασκαλία οντολογικής μέθης η γραφή σου
Φονικός παλμός
Ρίγος
Κι αυτή είναι η λέξη που αγάπησα περισσότερο απ’όλες στη ζωή μου.

«Γιατί εδώ τα κρεβάτια
Θέλουν το δίχως άλλο να δείχνουν
πως το σεξ είναι χυδαίο»

Γύμνωσες τη γραφή σου σε μια γλώσσα που σχεδόν είναι σκελετός.
Άσαρκα ανασαίνουν οι σπόνδυλοι, οι σύνδεσμοι και οι χόνδροι…
Κλυδωνίζονται οι αρθρώσεις… Λέξεις κρόταλα και συλλαβές οστά…
Πάω να ξαποστάσω και δεν βρίσκω σημείο με ίσκιο στο γυμνό τοπίο.
Εντός μου αυτό που με περιμένει μακριά μου κι έξω.
Αν διανοηθώ να σου αποδράσω… Η θάλασσα…

Και γυρίζω πίσω στο φραγγέλιο…

‘Η σκόνη μπαίνει παντού’

Δεν αναρωτιέμαι για τη γλώσσα σου. Η ποίηση δεν ατιμάζεται παρά μονάχα όταν ξεχνά τον εαυτό της.
Δεν το επιτρέπεις.
Δεν το καταδέχεσαι.
Οι λέξεις για τον μέτριο ποιητή είναι διαφυγές. Για τον αρτιωμένο ποιητή είναι το στρώμα που πέφτει και κοιμάται.
Αλλά δεν ξεκουράζεται.
Στρώμα με δόντια.
Διαφυγές δεν έχει η γραφή σου.
Είπαμε… τοπίο σκληρό
Και μέσα
Και έξω

‘Μέσα στο κίτρινο’

Μα πώς γίνεται, ρωτιέμαι πάλι… Σκληρό τοπίο με τη θάλασσα στρώμα και ουρανός;

‘Ως η θάλασσα νάναι παντού, όλα νάναι μέρος της,
παντού
Ή μήπως είναι;’

Αφαλάτωση. Στο ψέμα.
Κι εφιδρωμένες απολήξεις.
Γροθιές στο κύμα για να ησυχάσει ο νους.
Επί ματαίω.
Αφαλάτωση. Στο είναι…
Ό,τι μένει δεν είναι το Άχρονο.
Ό,τι μένει είναι ο Χρόνος.

«Ζείτε κυρία μου;
Μπορεί και όχι»

Και ο μη-χρόνος

‘Και μυρίζει σαπισμένη ζωή’

Να πιάσω λέω απ’την αρχή; (ποια απ’όλες;)
Ή να κρεμαστώ απ’το τέλος;
Έχει οι ουροβόρος εαυτός μπέσα για να μου επιτρέψει να ορθώσω ανάστημα;
Να χτίσω βλέμμα;

‘αν έχουν καν μάτια’

Είναι το ‘θέρετρο’ τούτο λοιπόν η αρχή;
Είναι το τέλος;
Στο λουλούδι που ανθίζει δεν χαμογελά κιόλας ο θάνατος; Στην ευωδιά του δεν κρύβεται η αποφορά;
Αποφορά…
Ξέρεις να μαχαιρώνεις όταν θέλεις Νίκο.
Κι αν έλειπαν αυτές οι λέξεις είναι στη σκέψη όλων των σελίδων.
Όπως στη βοή του νιογέννητου κύματος είναι οι παφλασμοί του πένθους.
Όλα η θάλασσα.
Παντού η θάλασσα.

‘…γιατί η θάλασσα εδώ
Να είναι μια φριχτή μήτρα’

Μπορώ να λέω και να γράφω ακόμα για ώρα. Συμμετέχω στο βλέμμα σου. Σιγά σιγά με κέρδισες. Και δεν είμαι εύκολος.
Μ’ έγδαρες λίγο. Και δεν είμαι αμάθητος.
Μ’ έπιασες απ’το σβέρκο και με ταρακούνησες. Και δεν είμαι αγύμναστος.

Γύμνασμα…
Να μην ξεχνιόμαστε.

Κορυφώνεις ιδανικά.
Σου δίνω πόντο αλλά το χρωστούσες.
Χρειαζόταν, να το πω αλλιώς.
Ζευγαρώνει το αρσενικό του μακελάρη με το βρυαρό της θάλασσας.
Αλλά πονάει.
Αντιγράφω κι ας πονάει.

‘Κάθε σημείο του σώματός μου
Είναι πληγή
Κάθε γέννημα του μυαλού μου
Είναι σιωπή.
Το σώμα μου
Είναι κομμάτια, κομμάτια στοιβαγμένα
Σαν τούρτα
Άθλια μικρό
Είναι’

Χαρακίρι.
Τρεις μέρες τώρα με το Γύμνασμά σου Νίκο.
Βλέπεις, για μένα η ποίηση είναι σοβαρή υπόθεση. Μονάχα που δύσκολα ανταμώνομαι με σοβαρούς ποιητές.
Όχι καλαμαράδες ημεροδίαιτους κι εργολάβους της γραφής. Πιάσε λεξικό και γράφε. Αμπρακατάμπρα. Τα ξέρεις, τα ζεις, ας μην γκρινιάζω.
Και μένω στα δικά μου ‘τα στενά’ άγρυπνος, πεινώντας και διψώντας.
Μα όλα η αρχαία Δίψα δεν τα γέννησε; Η πόρνη;

Με απασχολεί η γραφή σου.
Όχι που διάβασα κι έκλεισα το λιγνό βιβλίο και καθάρισα. Περισσότερο που θα το ανοίξω πάλι. Στην ώρα του. Θα έρθει. Έρχεται πάντα.
Έχει στις φλέβες η γραφή σου τον ίλιγγο που αρμόζει στον πιο ακέραιο και μαζί το πάθος που πέρασε τις σειρήνες της λαγνείας.
Και δεν κιότεψε.
Δεν λύγισε.
Γιατί ο έρωτας είναι ρυθμός και καρτερία και γνώση.
Και πολιορκία κάστρων απάτητων. Καμιά φορά κι αόρατων.
Πολιορκία.
Όχι κατοχή. Όχι κατάχτηση. Που ύστερα γίνεται μαρασμός και σήψη και… αποφορά.

Εμένα με πήρε μαζί του το Γύμνασμά σου φίλε μου.
Κι είναι δυσκίνητος πια από χρόνια κι απρόθυμος να ξεμακραίνω απ’τη σπηλιά μου.
Το Γύμνασμά σου δεν θα χωθεί ανάμεσα στ’άλλα βιβλία μου σε κάποιο ράφι. Όχι ακόμα.
Στο γραφείο μου το έχω. Στο λαμπορατόριο.
Κι εκεί θα μείνει.
Γιατί ακόμα…
‘οφείλω’


Την εκτίμησή μου και τη σκέψη μου σου στέλνω απελάτη
Φίλε μου

Νημερτής
Πειραιάς

τέλη Νοέμβρη κι αρχές Δεκέμβρη 2015

Σχόλια