Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Αλεσάντρο ντι Μαριάνο Φιλιπέπι (Alessandro di Mariano di Vanni Filipepi) (+17 Μαίου)


(1444/1445 – 1510), γνωστός περισσότερο ως Σάντρο Μποτιτσέλι[1], (Sandro Botticelli) ήταν διακεκριμένος Ιταλός ζωγράφος της αναγέννησης. Αποτέλεσε έναν από τους πιο γνωστούς και επιτυχημένους καλλιτέχνες της εποχής του, του οποίου η φήμη άρχισε να εξανεμίζεται κατά τις αρχές του 16ου αιώνα, όταν οι φιλοσοφικές ιδέες που διαπερνούσαν τους πίνακές του άρχισαν να εκτοπίζονται. Το ενδιαφέρον για το έργο του, αναθερμάνθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, αποκτώντας τη θέση και την αναγνώριση που κατέχει μέχρι σήμερα.

Τα έργα του Μποτιτσέλι καταδεικνύουν την επιρροή των δύο τάσεων στη Φλωρεντία της εποχής: των Μεδίκων, που ενσάρκωναν τη μεγαλοπρέπεια της αναγεννησιακής Αυλής, και του Σαβοναρόλα, που κήρυττε την εγκατάλειψη κάθε πολυτέλειας και κοσμικότητας και την αναγκαιότητα γενικευμένης μεταμέλειας ενάντια στη διαφθορά. Μολονότι αυτές οι τάσεις ήταν αντίθετες, ο Μποτιτσέλι, με γνώση και δεξιοτεχνία αφομοίωσε και απέδωσε στοιχεία και των δύο: μπορεί σε κάποια έργα του να εμφύσησε τον προοδευτικό ουμανισμό της αριστοκρατικής άρχουσας τάξης, όμως σε άλλα είναι εμφανείς η ένταση και η πνευματικότητα του Μεσαίωνα, κατά τον οποίο, σύμφωνα με το Σαβοναρόλα, οι καλλιτέχνες όφειλαν να εργάζονται μόνο για τη δόξα του Θεού.

 2lyk-gerak.att.sch.gr/documents/SANDRO_BOTTICELLI.doc

Γεροπλάτανος

Γεια σου γεροπλάτανε,
να σ' ανέβω κράτα με
τους ανθρώπους να πλανεύω
στο θεό να γειτονεύω

Την ψυχή μου πελεκήσαν
ξυλοκόποι και μ' αφήσαν
δίχως δροσερό νερό

Ποταμάκι κύλα,κύλα
Πότιζε τα φύλλα,κύλα
Στην καρδιά μου μπες
το φιλί μου πιες
να βαφτούν τα χείλια, χείλια
Κόκκινα σταφύλια χείλια
να δαγκώσω βρε, της αγάπης βρε,
τα γλυκά τα μήλα,κύλα
Ποταμάκι κύλα, κύλα

Γεια σου γεροπλάτανε, να σ' ανέβω κράτα με
σαν πουλί να κελαηδήσω τους αγγέλους να μεθύσω
Τα παιδιά πετροβολήσαν τα φτερά μου και μ' αφήσαν
δίχως γαλανό ουρανό.

Γεια σου γεροπλάτανε, τη ζωή σου να' χα βρε,
στον καιρό ν' αρμένιζα και στη γη να ρίζωνα

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

ΕΥΡΙΔΙΚΗ -ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Από τους '15 εσπερινούς'

Σαρλ Περώ

Ο Σαρλ Περώ (Charles Perrault, Παρίσι 1628 – 1703) ήταν Γάλλος πεζογράφος, ποιητής και συγγραφέας παραμυθιών, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε αρχικά ως υπεύθυνος των βασιλικών κτηρίων. Άρχισε να γίνεται γνωστός ως λογοτέχνης το 1660 περίπου με ερωτικά ποιήματα. Αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στη μελέτη της ποίησης και των καλών τεχνών. Ήταν αδελφός του Κλωντ Περώ (Claude Perrault, 1613 – 1688), αρχιτέκτονα του Λούβρου.

 Ο Σαρλ Περώ είναι όμως περισσότερο γνωστός σ’ όλο τον κόσμο από τη συλλογή παραμυθιών για παιδιά, που περιλαμβάνονται στις «Ιστορίες της μαμάς μου της χήνας» (Contes de ma mere l’ oye, 1697), που τα έγραψε για τη διασκέδαση των παιδιών του και που έφεραν στη λογοτεχνία τη μόδα των «παραμυθιών» (contes de fees). Ανάμεσα σ’ αυτά περιλαμβάνονται «Η Κοκκινοσκουφίτσα», «Η Σταχτοπούτα», «Ο Παπουτσωμένος Γάτος», « Η Ωραία Κοιμωμένη», «Ο Κυανοπώγων», «Ο Κοντορεβιθούλης» κ. ά.



Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Εντουαρντ Χόπερ: Ενιωθε αουτσάιντερ, αλλά δεν ήταν μόνος (+1967)

  • Οι πινελιές του είναι κάποτε υπερβολικά αδρές, ακόμη και αδέξιες, τα χαρακτηριστικά των προσώπων μάλλον ανύπαρκτα και το σχέδιο θα είχε περιθώρια βελτίωσης.
 «Πρωινό στη Νότια Καρολίνα» 

Δεν είναι ιεροσυλία να ομολογήσει κανείς ότι, ως ζωγράφος, ο Εντουαρντ Χόπερ δεν ήταν κορυφαίος. Από την άλλη, όπως είχε παρατηρήσει ο γνωστός κριτικός Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ, «αν ήταν καλύτερος ζωγράφος, μπορεί να μην ήταν τόσο σημαντικός καλλιτέχνης».

Διατρέχοντας την έκθεση «Μοντέρνος βίος: ο Εντουαρντ Χόπερ και η εποχή του», στο Μουσείο Γουίτνεϊ της Νέας Υόρκης διαισθάνεται κανείς πόσο δίκιο είχε ο Γκρίνμπεργκ. Αρκεί το ποιητικό «Εσωτερικό δωματίου στη Νέα Υόρκη» (1921) ή το θαυμάσιο «Επτά το πρωί» (1948), δύο έργα που υπαινίσσονται ότι αποτελούν σκηνές μιας υποβλητικής ιστορίας. Ακόμη περισσότερο, η έκθεση δικαιώνει όσους επιμένουν ότι αποτυπώνοντας στιγμιότυπα του αμερικανικού αστικού βίου, ο Χόπερ πέτυχε να αποδώσει τη μητροπολιτική εμπειρία στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο οικουμενικός χαρακτήρας του έργου του φωτίζεται ακριβώς μέσα από την τοποθέτησή του στο ιστορικό του πλαίσιο. Από τον Αλφρεντ Στίγκλιτς έως τον Πολ Στραντ, τον Εντουαρντ Στάιχεν, τον Τσαρλς Μπέρτσφελτ και τον Τζον Σλόουν, ογδόντα έργα -πίνακες, φωτογραφίες και φιλμ- καθοδηγούν τον επισκέπτη προς μια βαθύτερη κατανόηση του Χόπερ.

Η έκθεση εξετάζει την εξέλιξη του ρεαλισμού στην αμερικανική ζωγραφική μεταξύ 1900 και 1940, περιβάλλοντας τα έργα του Χόπερ με πίνακες και φωτογραφίες 34 ακόμη γνωστών δημιουργών. Φτάνοντας στη Νέα Υόρκη στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο Χόπερ βρέθηκε στη μέση μιας καλλιτεχνικής επανάστασης. Σε μια εποχή που οι συντηρητικές ακαδημίες καλών τεχνών υποδείκνυαν τη θεματική και το ύφος της αποδεκτής τέχνης, μια παρέα νέων αποφάσισαν απλώς να τις παρακάμψουν.

Αντλούσαν τα θέματά τους από τους πολύβοους μητροπολιτικούς δρόμους, τα φωτισμένα και θορυβώδη νυχτερινά κέντρα, τα ψηλά κτίρια, τις νέες αρχιτεκτονικές φόρμες, τις κομψές γυναίκες με τα ψηλά τακούνια και το τολμηρό βλέμμα, τα πλήθη που ξεχύνονταν ορμητικά στις λεωφόρους -ζούσαν με ενθουσιασμό την αυγή μιας νέας εποχής.

Η αληθινή έκπληξη είναι το έργο που ανοίγει την έκθεση: το «Μανχάτα», ένα δεκάλεπτο φιλμ του 1921, των Πολ Στραντ και Τσαρλς Σίλεϊ. Από τα πρώτα φιλμ της αβάν γκαρντ που γυρίστηκε στις ΗΠΑ, αποτελεί μια ωδή στη Νέα Υόρκη, που οι δύο δημιουργοί εμπνεύστηκαν από ποίημα του Ουόλτ Ουίτμαν. Παρακολουθώντας κι οι ίδιοι με δέος την άγρυπνη μητρόπολη που διαρκώς άλλαζε γύρω τους, δημιουργούν ένα κινηματογραφικό ταμπλό βιβάν όπου οι σκηνές εναλλάσσονται με στίχους από το ποίημα. Μετά το «Μανχάτα» πολλαπλασιάζεται η συγκίνηση που αποπνέουν τα έργα του Χόπερ.

Ακόμη και αισθητικά, άλλωστε, η συγγένεια είναι προφανής, εφόσον πρόκειται για τον πιο «κινηματογραφικό» ζωγράφο. Για τη χρήση του φωτός και την έννοια της πλοκής στο έργο του έχουν γραφτεί πολλά. Το ίδιο και για την επιρροή που έχει ασκήσει διαχρονικά στον Χίτσκοκ και τον Βέντερς.

Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης έκθεσης είναι ότι έχει κανείς την ευκαιρία να δει πόσο κοινοί ήταν οι προβληματισμοί και η αισθητική που μοιραζόταν με τους σύγχρονούς του φωτογράφους. Ειδικά οι φωτογραφίες ανύποπτων Νεοϋορκέζων από τον Πολ Στραντ, όπως και οι πίνακες του Χόπερ, μοιάζουν απόπειρες να απεικονιστεί στο χαρτί ή τον καμβά ο νέος άνθρωπος της πόλης στις πιο ιδιωτικές, ευάλωτες στιγμές του.*
 

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

ΓΥΝΑΙΚΑ

 Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ Ν.ΚΑΒΒΑΔΙΑ.


Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες;
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα



Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΡΩ (+13 Μαΐου 1982)

Η Ρω ή Ρώγη ή Ροπή, όπως την αναφέρουν διάφοροι χάρτες ή παλιά βιβλία, βρίσκεται 4 μίλια δυτικά από το Καστελλόριζο και σε απόσταση 12 μιλίων από τις τoυρκικές ακτές.
Είναι το πρώτο νησάκι που βλέπει ο επισκέπτης από το πλοίο λίγο πριν φτάσει στο νησί προερχόμενος από τη Ρόδο, με την ελληνική σημαία να ανεμίζει και το Κάστρο να δεσπόζει στη μέση και ψηλά, σαν μάρτυρας μιας μακράς Ιστορίας πολυκύμαντης αλλά όχι ξεχασμένης.
Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το Καστελλόριζο, την ονόμασαν «Καρά αντά», από το μελανωπό χρώμα των βουνών της.
Η ονομασία «Άι Γιώργης» δόθηκε από το μικρό εκκλησάκι με τη λιτή αιγαιοπελαγίτικη, μοναστηριακού ρυθμού, αρχιτεκτονική που μέχρι σήμερα σώζεται ιερό και αμόλυντο στο μικρό και πεταλοειδές λιμανάκι της Ρω.
Κοντά του υπάρχει μια μικρή αγροτική έκταση, που καλλιεργεί ο εκάστοτε διαμένων κτηνοτρόφος.
Η Pω ανήκει «κατά κυριότητα» στο Δήμο Μεγίστης, ο οποίος κάθε τέσσερα χρόνια την εκμισθώνει σε κτηνοτρόφο κάτοικο Καστελλορίζου με τη διαδικασία πλειοδοτικού διαγωνισμού.
Σ΄ αυτό το άγονο νησί, έζησε μια Ελληνίδα νησιώτισσα. Η Δέσποινα Αχλαδιώτη.
Έγινε γνωστή στο πανελλήνιο ως «κυρά της Ρω» γιατί επί 40 χρόνια (από το 1943 ως το θάνατό της) ύψωνε την ελληνική σημαία στην ακριτική νησίδα της Ρω κάθε πρωί και τη κατέβαζε με τη δύση του ήλιου, για να πει σ’ όλους, πως τούτος ο τόπος που πατούσε, απέναντι από τα τουρκικά παράλια, ήταν Ελλάδα.
Στη Ρω είχε εγκατασταθεί με τον άντρα της, Κώστα και την τυφλή μητέρα της από το 1924. Μετά το θάνατο και του άντρα της και της μητέρας της, η κυρα-Δέσποινα ή η «Κόρη της Ρω» όπως την έλεγαν στο νησί, κατόρθωσε μόνη της να κατοικήσει και να κρατήσει ελληνικό το νησάκι της, καλλιεργώντας και βόσκοντας εκεί τα λιγοστά ζώα της.
Το σπουδαιότερο είναι πως συνεργάσθηκε με τον Ιερό Λόχο και με άλλους αντιστασιακούς.
Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πήγε στο Καστελόριζο και εκεί έδρασε με τις αποστολές στρατευμάτων για τη Μέση Ανατολή, κρύβοντας και φυγαδεύοντας αξιωματικούς και στρατιώτες. Τότε, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του Καστελόριζου, είχαν φύγει για τα γύρω νησιά, την Κύπρο, την Αίγυπτο.
Όταν με διαταγή των Άγγλων εγκαταλείφθηκε ομαδικά το Καστελλόριζο, εκείνη παρέμεινε μόνη στη Ρω. Και με θάρρος και ψυχραιμία αντιμετώπισε όλους τους κινδύνους. Εξαιτίας αυτής της ηρωίδας, το μικρό αυτό νησί παρέμεινε ελληνικό, στο οποίο ύψωνε τη σημαία ή χαιρετούσε με αυτήν τα διερχόμενα πλοία. Κι εκείνα ανταπέδιδαν το χαιρετισμό με τα σφυρίγματα τους. Για τον ηρωισμό της έγραψε αρχικά ο Μιχάλης Χονδρός στα «Καστελλοριζιακά Νέα» το 1960.
Μετά τα γνωστά γεγονότα του 1974, όπου Τούρκοι τοποθετούσαν κρυφά τη σημαία τους, η γυναίκα και το νησάκι της έγιναν γνωστά παντού. Την τίμησε η Ακαδημία Αθηνών, το Πολεμικό Ναυτικό, η Βουλή των Ελλήνων, η Εθνική Τράπεζα, Δήμοι, Σύλλογοι και άλλοι φορείς.
Η ίδια η Δέσποινα Αχλαδιώτη, είχε ζητήσει να ταφεί μ΄αυτή τη σημαία:
Δέσποινα Αχλαδιώτη"Τα ξερονήσια του Καστελόριζου και της Ρω τ’ αγαπώ.

Έμεινα μόνη μου το 1943 στο Καστελόριζο με την τυφλή μου μάνα, όταν έφευγαν όλοι οι κάτοικοι του νησιού στη Μέση Ανατολή και στην Κύπρο.

Με την Ελληνική σημαία υψωμένη και την αγάπη για την Ελλάδα βαθιά ριζωμένη μέσα μου πέρασα όλες τις κακουχίες…
Βέβαια η ζωή στη Ρω δεν είναι και τόσο ευχάριστη, αλλά νιώθεις πιο πολύ την Ελλάδα, χαμένος όπως είσαι στο πέλαγος, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τις τουρκικές ακτές.


Την ελληνική σημαία θέλω να μου τη βάλουν μαζί μου στον τάφο."
Η «κυρά της Ρω» απεβίωσε σε ηλικία 94 ετών, σε νοσοκομείο της Ρόδου, στις 13 Μαΐου του 1982.
Στις 14 Μαΐου 1982, η Δέσποινα Αχλαδιώτη κηδεύτηκε με τιμές εθνικής ηρωίδας στο Καστελλόριζο και ετάφη κάτω από τον ιστό όπου ύψωνε τη σημαία.
Το φέρετρό της ήταν σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.
Η μνήμη της, λειτουργεί σα γέφυρα που ενώνει την αρχαία Ελλάδα των αποίκων του 9ου-8ου αιώνα π.Χ., το Βυζάντιο, την παράδοση και τον πολιτισμό χαμένων πατρίδων…
Σήμερα στο νησί υπάρχει ο τάφος της, τα δύο μικρά σπιτάκια όπου διέμενε και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, όλα δίπλα στο λιμανάκι.
Η προτομή της Δέσποινα Αχλαδιώτου στο Καστελλόριζο
Τον 1993, το έργο της προσπάθησε να συνεχίσει ο φυσικοθεραπευτής Κλήμης Ναυρίδης, που έμεινε γνωστός ως ο «κύρης της Ρω».
Αντεξε στο νησάκι τρία χρόνια. Οι προστριβές με άλλους δύο, που ήρθαν στο νησί, αλλά και τα επεισόδια με λαθρομετανάστες, τον ανάγκασαν να πάρει την απόφαση να φύγει.Τον «πρόδωσε» η καρδιά του το 1998 και πέθανε σε ηλικία 50 ετών.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.pare-dose.net/?p=2048#ixzz1M3NRNSnO

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

ΑΘΑΝΑΣΙΑ



ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ



Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά
Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ' του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς

Νίκος Γκάτσος (+ 12 Μαίου 1992)

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου. Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος, από τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική, πέθανε στο πλοίο και τον πέταξαν στον Ατλαντικό.

 Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε είναι η ποιητική σύνθεση "Αμοργός" (Αετός, 1943), η οποία θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού με τεράστια επίδραση στους νεότερους ποιητές.(Δες: Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες Μεταπολεμικοί Συγγραφείς, Εκ. Πατάκη,1995). Έκτοτε δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το "Ελεγείο" (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το "Ο ιππότης κι ο θάνατος" (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο "Αμοργός", και το "Τραγούδι του παλιού καιρού" (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.

Η μεγάλη συνεισφορά του Γκάτσου, ωστόσο, είναι στο τραγούδι ως στιχουργού. Έφερε την ποίηση στον στίχο και κατάφερε να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Συνεργάστηκε, επίσης, με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χριστόδουλο Χάλαρη, καθώς και με νεώτερους συνθέτες. Γράφοντας συνήθως πάνω στη μελωδία, με πρώτο το "Χάρτινο το φεγγαράκι", μίλησαν στις καρδιές του κόσμου πολλά μεμονωμένα τραγούδια του, καθώς κυκλοφορούσαν σε δισκάκια 45 στροφών, αλλά και ως αυτούσιοι κύκλοι όπως η "Μυθολογία" (1965), το "Ένα μεσημέρι" (1966), η "Επιστροφή" (1970), το "Σπίτι μου σπιτάκι μου" (1972), οι "Δροσουλίτες" 1975, η "Αθανασία" (1976), "Τα παράλογα" (1976), το "Ρεμπέτικο" (1983), η "Ενδεκάτη εντολή" (1985) ή οι "Αντικατοπτρισμοί" (1993). Το σύνολο του στιχουργικού του έργου βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο "Όλα τα τραγούδια" (εκ. Πατάκη, 1999).

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Σαλβαδόρ Νταλί (11 Μαΐου 1904 — 23 Ιανουαρίου 1989)

Ισπανος  ζωγράφος. Συνδέθηκε με το καλλιτεχνικό κίνημα του υπερρεαλισμού στο οποίο ανήκε για ένα διάστημα. Αποτελεί έναν από τους περισσότερο γνωστούς ζωγράφους του 20ου αιώνα και μια πολύ εκκεντρική φυσιογνωμία της σύγχρονης τέχνης.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Φάτα Μοργκάνα


Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Μαρίζα Κωχ
Πρώτη εκτέλεση: Μαρίζα Κωχ


Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.




Καραολής και Δημητρίου, 10 Μαΐου 1956

Ήταν δύο νέοι άνθρωποι, στρατευμένοι στη μάχη της απελευθέρωσης, που βρέθηκαν κοντά σε πραγματικά δύσκολες στιγμές και τα ονόματά τους συνδέθηκαν μια για πάντα. Βρέθηκαν στη φυλακή κατηγορούμενοι για διαφορετικές υποθέσεις, καταδικάστηκαν και οι δύο σε θάνατο και η μοίρα τους τούς έφερε να μαρτυρήσουν την ίδια μέρα. Το πρωί της 10ης Μαΐου πρώτος απαγχονίστηκε ο Καραολής και λίγο αργότερα ο Δημητρίου. Η αγχόνη είχε στηθεί μέσα στο προαύλιο της φυλακής, ενώ μετά την εκτέλεση οι πολιτισμένοι Βρετανοί, δεν απέδωσαν τα σώματα των νεκρών παλικαριών στις οικογένειες τους, ώστε να ταφούν σωστά. Τους έθαψαν μέσα στη φυλακή σε έναν ειδικό χώρο, όπου μετέπειτα έθαψαν και άλλους και σήμερα είναι ο τόπος του προσκυνήματος, τα λεγόμενα Φυλακισμένα Μνήματα.

Η απόφαση για την εκτέλεσής τους έκανε τον γύρο του κόσμου, ξεσηκώνοντας την κατακραυγή της παγκόσμιας κοινής γνώμης ενάντια στη βρετανική αυτοκρατορία. Ακόμα περισσότερο στην Ελλάδα. Πτυσσόμενα τραπεζάκια από λαμαρίνα και ξύλινες ψαθωτές καρέκλες, κατέκλυσαν τους δρόμους. Τα ανοιχτά τετράδια καλούσαν τους περαστικούς να υπογράψουν: Δώστε τους χάρη. Τα πεζοδρόμια γέμιζαν από ουρές κι ο κόσμος είχε την ελπίδα ότι οι Εγγλέζοι θα λυπηθούν τα νιάτα τους.

Οι υπόλοιποι ήρωες είναι:


Ανδρέας Ζάκος: Απαγχονίστηκε στις 9 Αυγούστου 1956, σε ηλικία 24 ετών.

Ιάκωβος Πατάτσος: Απαγχονίστηκε στις 9 Αυγούστου 1956, σε ηλικία 22 ετών.

Χαρίλαος Μιχαήλ: Απαγχονίστηκε στις 9 Αυγούστου 1956, σε ηλικία 23 ετών.

Μιχαήλ Κουτσόφτας: Απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 σε ηλικία 20 ετών·

Στέλιος Μαυρομμάτης: Απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1956, σε ηλικία 23 ετών.

Ανδρέας Παναγίδης: Απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1956, σε ηλικία 20 ετών.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Απαγχονίστηκε τα μεσάνυχτα μεταξύ 13 και 14 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 18 ετών.

Οι 9 νέοι έδωσαν τη ζωή τους για την απελευθέρωση της Κύπρου. Πολλες οδοί και πλατείες, σε μικρές και μεγάλες πόλεις της Ελλάδας μετονομάστηκαν σε Καραολή και Δημητρίου.